Subscribe via RSS Feed
Εκτυπώστε το Εκτυπώστε το

Κινητοποιήσεις ενάντια στην κυβερνητική πολιτική και αστυνομική καταστολή: ένας απολογισμός



Από την αρχή του πολέμου ενάντια στους εργαζόμενους που έχει εξαπολύσει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχαμε (παρά την εξαγορασμένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία) αρκετές γενικές απεργίες και μεγάλες κινητοποιήσεις που συγκέντρωσαν από δεκάδες έως εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου.

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο «κόσμος δεν τραβάει» (μια από τις συνηθισμένες δικαιολογίες από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία μια προηγούμενη περίοδο για να μην κηρύσσει απεργιακές κινητοποιήσεις). Η διαδήλωση της 23 Φεβρουαρίου ήρθε να επιβεβαιώσει με τη μαζικότητα της (που για πολλούς ήταν συγκρίσιμη ή και ανώτερη από αυτήν της 5ης Μάη) τη διάθεση του κόσμου για πάλη και αντίσταση.

Ωστόσο, η αίσθηση που αποκομίζουν οι εργαζόμενοι είναι:

Πρώτον, η κυβερνητική πολιτική, παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει προς την ίδια κατεύθυνση και τα αντεργατικά μέτρα γίνονται νόμοι του κράτους. Με δεδομένη τη διάθεση του κόσμου της εργασίας για αντίσταση αυτό θέτει το καθήκον στην Αριστερά να επεξεργαστεί μια κλιμάκωση των αγώνων. Σε διαφορετική περίπτωση η διάθεση του κόσμου θα υποχωρήσει (αυτό δείχνει η ιστορική εμπειρία -όταν το κίνημα δεν έχει νίκες ακολουθεί η απογοήτευση και η υποχώρηση).

Δεύτερον, και εξ’ ίσου σημαντικό: σε όλες τις συγκεντρώσεις είδαμε να λειτουργεί ένα μοντέλο αστυνομικής καταστολής που μέχρι αυτή τη στιγμή έχει αποδειχθεί πολύ αποτελεσματικό στη διάλυση των συγκεντρώσεων. Διμοιρίες ΜΑΤ, σε σχετικά κοντινή απόσταση η μια από την άλλη, ακολουθούν τη διαδήλωση κινούμενες στο πλάι των διαδηλωτών. Στην οποιαδήποτε πραγματική ή υποθετική πρόκληση που δέχονται από τους διαδηλωτές απαντούν με καταιγισμό δακρυγόνων και βομβών κρότου λάμψης με σκοπό να διαλύσουν όχι μόνο τους όποιους «ταραξίες» αλλά ολόκληρη τη διαδήλωση. Και στο τέλος επιτυγχάνουν το σκοπό τους…

Φυσικά η παραπάνω τακτική δεν αφορά το σύνολο των διαδηλωτών. Προφανώς δεν υπάρχουν καθόλου ΜΑΤ στις πορείες του ΠΑΜΕ. Ο λόγος απλούστατος. Η αιτία δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι το ΚΚΕ περιφρουρεί σε απόλυτο βαθμό τις κομματικές του συγκεντρώσεις. Η αστυνομία δεν χρειάζεται να περιφρουρεί το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ γιατί είναι εντελώς ακίνδυνα για το καθεστώς. Η συμμετοχή στο ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ σημαίνουν αυτόματα τη μη συμμετοχή στις μεγάλες μάχες που έδωσε το κίνημα το προηγούμενο διάστημα. Το ΚΚΕ από την αντιμετώπιση (δηλαδή την καταγγελία) του Δεκέμβρη 2008 μέχρι το οποιοδήποτε κινηματικό γεγονός ακολουθεί την εξής γραμμή: όλα θα λυθούν με δυο τρόπους. Πρώτον, στις κοινοβουλευτικές εκλογές όταν το εκλογικό ποσοστό του ΚΚΕ αυξηθεί και, δεύτερον, στο… «σοσιαλισμό», δηλαδή κάπου στο μακρινό και απροσδιόριστο μέλλον. Στην πράξη αυτά σημαίνουν ότι το ΚΚΕ απέχει και υποχρεώνει και τα μέλη του να απέχουν από της μεγάλες μάχες που επιχείρησε να δώσει η εργατική τάξη. Γι’ αυτό περιφρουρεί ασφυκτικά τις πορείες που διοργανώνει και φροντίζει τα μέλη και οι οπαδοί του να αποχωρούν με τη συνοδεία της περιφρούρησης για τα σπίτια τους. Ο τερματισμός των πορειών που διοργανώνει το ΚΚΕ είναι όχι η Βουλή ή τα Προπύλαια αλλά… οι σταθμοί του μετρό! Ένα τέτοιο κόμμα όχι μόνο δεν αποτελεί κίνδυνο για το καθεστώς, αλλά αποτελεί δικλίδα ασφαλείας για το σύστημα.

Η ελπίδα είναι η αντίδραση των αγωνιστών-μελών του ΚΚΕ απέναντι σε αυτήν την κομματική γραμμή. Η αναφορά του Ριζοσπάστη για δήθεν «σχέδιο προβοκατόρων»[1] αυτό που αποκαλύπτει είναι ότι υπάρχει εσωτερική αντίδραση απέναντι στην παρατεταμένη αποχή του κόμματος από το κίνημα.

Η αστυνομία επικεντρώνει την προσοχή της στους αντιεξουσιαστές-αναρχικούς και την επαναστατική Αριστερά. Και οι δυο χώροι είναι πλέον εξαιρετικά μαζικοί. Οι αντιεξουσιαστές έχουν μαζικοποιηθεί πολύ μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη 2008 στα οποία πρωτοστάτησαν και εισέπραξαν ένα μεγάλο μέρος της νεολαιίστικης ριζοσπαστικοποίησης. Επιπλέον, ακριβώς επειδή η μαχητικότητά τους έπαιξε ρόλο στο Δεκέμβρη 2008, η αστυνομία φροντίζει να τους καταστέλλει για να μην υπάρξει η πιθανότητα να επαλειφθούν τα ίδια…

Η επαναστατική Αριστερά από την άλλη, εδώ και καιρό, έχει ξεφύγει από τα «μικρά μεγέθη» μιας προηγούμενης περιόδου. Η εκλογική επιτυχία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι απλά η επιφάνεια. Το ξεπούλημα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας έδωσε το χώρο να αναπτυχθούν πολλές κινηματικές συνδικαλιστικές δράσεις σε χώρους δουλειάς όπου πρωτοστατούν δυνάμεις της επαναστατικής Αριστεράς. Αυτό έχει μαζικοποιήσει και την παρουσία της στους εργασιακούς χώρους και φαίνεται στις διαδηλώσεις. Στην Πρωτοβουλία Πρωτοβάθμιων Σωματείων, και γύρω από αυτήν, συγκεντρώνεται ένας μεγάλος όγκος διαδηλωτών σε κάθε απεργία ή κινητοποίηση.

Συνεπώς, η αστυνομική καταστολή έχει σαν στόχο ακριβώς να καταστείλει τις πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις σε μια περίοδο όπου τα πράγματα μπορούν ανά πάσα στιγμή να ξεφύγουν από τον έλεγχο.

Εδώ θα χρειαστεί να υπενθυμίσουμε ορισμένα πράγματα.


Ιστορικού μεγέθους ταξική επίθεση

Η νεοφιλελεύθερη συμμορία του ΠΑΣΟΚ ηγείται μιας επίθεσης στα εργασιακά δικαιώματα που έχει γυρίσει την Ελλάδα στον 19ο αιώνα. Πρόκειται για μια ανελέητη επίθεση που είναι μεγαλύτερη από αυτήν που είχε εξαπολύσει η Μάργκαρετ Θάτσερ τη δεκαετία του 1980 στη Βρετανία και έκτοτε θεωρείται η «μητέρα» του νεοφιλελευθερισμού. Η επίθεση της Θάτσερ δεν κατόρθωσε να γυρίσει τη Βρετανία στον 19ο αιώνα. Η επίθεση του ΠΑΣΟΚ το κατόρθωσε. Βρισκόμαστε πράγματι σε ένα ιστορικού μεγέθους γεγονός παγκόσμιας κλίμακας.

Δεν είναι τυχαίο που Έλληνες και ευρωπαίοι αναλυτές τονίζουν ότι η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε «κοινωνικό εργαστήριο της Ευρώπης». Η παγκόσμια οικονομική κρίση είναι εδώ για να διαρκέσει πολλά χρόνια ακόμα. Από την κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος περάσαμε στην κρίση χρέους των κρατών του αναπτυγμένου δυτικού κόσμου. Έχουμε μπει σε μια περίοδο που οι καπιταλιστές παγκόσμια ζητούν νέες μειώσεις μισθών, αυξήσεις των ορίων συνταξιοδότησης, παρατεταμένα προγράμματα λιτότητας (η πρόταση για θεσμική, πανευρωπαϊκή συνταγματική επιβολή της λιτότητας είναι η κορυφή του παγόβουνου). Η επίθεση στον κόσμο της εργασίας είναι μονόδρομος για τις άρχουσες τάξεις της Ε.Ε. -να γιατί η Ελλάδα του ΠΑΣΟΚ έχει γίνει «κοινωνικό εργαστήρι» για την υπόλοιπη Ευρώπη.

Το μέγεθος της επίθεσης που δέχονται οι εργαζόμενοι δεν αφήνει περιθώριο για κανενός είδους ταξικό συμβιβασμό. Βρισκόμαστε κυριολεκτικά απέναντι σε μια στρατηγική «όλα με αντάλλαγμα το τίποτα» από την πλευρά της άρχουσας τάξης. Σε μια τέτοια στρατηγική, αναπόφευκτα, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί παίζουν κεντρικό ρόλο.

Πολύ περισσότερο που το μέλλον επιφυλάσσει και άλλα μέτρα σε βάρος της εργασίας. Η χρεοκοπία του ελληνικού καπιταλισμού είναι δεδομένη. Κανείς πλέον σοβαρός αναλυτής δεν πιστεύει ότι θα αποφευχθεί η οικονομική χρεοκοπία, και ενδεχομένως, η επιστροφή στη δραχμή:

«Επιστροφή στη δραχμή, διαγραφή της αξίας των ελληνικών ομολόγων («haircut») κατά 30% και ένα νέο πακέτο στήριξης μετά το 2013, βλέπει ως πιθανά ενδεχόμενα για την Ελλάδα ο όμιλος κορυφαίων Ευρωπαίων οικονομολόγων, European Economic Advisory Group.

[…]

«Οι πιστωτές της Ελλάδας ίσως χρειαστεί να διαγράψουν πάνω από το 30% των δανείων της. Μάλιστα, η χώρα ίσως χρειαστεί να επιστρέψει στη δραχμή για να ξεπεράσει την ευρωπαϊκή κρίση χρέους», επισημαίνεται και προστίθεται ότι η Ελλάδα μπορεί να χρειαστεί ένα νέο πακέτο στήριξης μετά το 2013, όταν θα έχει λήξει το σημερινό.

[…]

Μεταξύ αυτών των μέτρων θα μπορούσε να είναι η επιστροφή στη δραχμή και στη συνέχεια η υποτίμησή της («εξωτερική υποτίμηση») ή οι μεγαλύτερες μειώσεις στους μισθούς («εσωτερική υποτίμηση»)».[2]

Οι Έλληνες καπιταλιστές επίσης δεν έχουν καμία αμφιβολία για το τι πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον και γι’ αυτό φυγαδεύουν κεφάλαια εκτός συνόρων:

«Οριστικά στα 27 δισ. ευρώ «έκλεισε» το σύνολο των απωλειών που σημείωσαν οι ελληνικές καταθέσεις το 2010. Το στοιχείο προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας κι αποτελεί τη μεγαλύτερη αφαίμαξη από τη δεξαμενή των καταθέσεων τις τελευταίες δεκαετίες».[3]

Για να αντιμετωπίσουν την κρίση τους οι καπιταλιστές έχουν αποφασίσει να ξεζουμίσουν την εργατική τάξη. Και η κυβέρνηση της νεοφιλελεύθερης συμμορίας του Γιώργου Παπανδρέου τους τα δίνει όλα. Μερικά δείγματα:

Παρά την υστέρηση των κρατικών εσόδων, η κυβέρνηση χαρίζει χρήματα στο κεφάλαιο. Μειώσεις φόρων για το κεφάλαιο -μείωση της φορολογίας των διανεμόμενων κερδών για τις θυγατρικές των πολυεθνικών αλλά και για τις μεγάλες εγχώριες επιχειρήσεις από το 40% στο 20% (από τα μικρότερα στην Ευρώπη!).[4]

Παρά τη φιλολογία για δήθεν πάταξη της φοροδιαφυγής η μαύρη εργασία θριαμβεύει στην Ελλάδα προς όφελος των καπιταλιστών:

«Ένας στους τέσσερις εργαζόμενους δουλεύει στην Ελλάδα ανασφάλιστος, σύμφωνα με το ΣΕΠΕ, γεγονός που εκτός από τις τραγικές κοινωνικές συνέπειες που έχει, διευρύνει και την μαύρη τρύπα των ασφαλιστικών ταμείων. Εκτιμήσεις κάνουν λόγο για απώλεια λόγω του φαινόμενου κρατικών εσόδων που φτάνουν τα 85 δισ. ευρώ.

Το υψηλότατο αυτό ποσοστό εξασφαλίζει θλιβερές διακρίσεις στην Ελλάδα που μεταξύ των χωρών της ΕΕ έρχεται δεύτερη, ενώ μεταξύ των μελών του ΟΟΣΑ είναι πρωταθλήτρια.

Τα φαινόμενα δε εργασιακής εκμετάλλευσης δεν σταματούν εδώ, αφού έξαρση εμφανίζει και το φαινόμενο του εργασιακού trafficking, δηλαδή της παράνομης διακίνησης ανθρώπων με σκοπό την εκμετάλλευση της εργασίας τους, όπως τονίζει ο ειδικός γραμματέας του ΣΕΠΕ, Μιχάλης Χάλαρης.

[…]

Σύμφωνα με άλλη έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η αδήλωτη εργασία στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο 20% του ΑΕΠ, γεγονός που την κατατάσσει δεύτερη μεταξύ των μελών των 27 χωρών της ΕΕ».

Στηριζόμενος στο ξεζούμισμα των εργαζομένων ο ηγέτης της νεοφιλελεύθερης συμμορίας Γιώργος Παπανδρέου δηλώνει προς τους πιστωτές τραπεζίτες της χώρας:

«“Σας υπόσχομαι ότι η Ελλάδα θα αποπληρώσει και το τελευταίο σεντ” διαβεβαιώνει ο πρωθυπουργός στη μακροσκελή συνέντευξή του στη μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα στο γερμανόφωνο χώρο, υπό τον τίτλο “Βάζουμε στοίχημα ότι δεν θα ξεπληρώσετε ποτέ τα χρέη σας” και υπέρτιτλο “Η εφημερίδα Bild συνάντησε τον Έλληνα πρωθυπουργό και του έθεσε άβολες ερωτήσεις”».[5]

Στη συνέντευξή του ό ίδιος αποκαλύπτει ξεδιάντροπα την πηγή της αισιοδοξίας του για τους τραπεζίτες:

«“Οι γυναίκες π.χ. δεν μπορούν πλέον, όπως συνέβαινε σε μεμονωμένες περιπτώσεις, να συνταξιοδοτούνται στην ηλικία των 45 ετών, αλλά συνταξιοδοτούνται όλες στα 65. Πρόκειται για ένα γιγαντιαίο άλμα” λέει ο κ. Παπανδρέου».[6]


Η αστυνομική τρομοκρατία,

το κίνημα και η ανάγκη μιας

αποτελεσματικής αντεπίθεσης

Μετά από όλα αυτά, γίνεται ξεκάθαρος ο λόγος της έμφασης που δίνει η κυβέρνηση στα ζητήματα της αστυνομικής βίας και καταστολής.

Όλοι πλέον γνωρίζουν ότι το επιτελείο γύρω από τον Γιώργο Παπανδρέου γνώριζε πολύ καλά την οικονομική κατάσταση του ελληνικού καπιταλισμού αρκετό καιρό πριν κερδίσει τις εκλογές το ΠΑΣΟΚ. Η τελευταία αποκάλυψη από τον Στρος Καν[7] ότι η κυβέρνηση συζητούσε μαζί του, σχεδόν αμέσως μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές, την παρέμβαση του ΔΝΤ δεν ήρθε παρά να επιβεβαιώσει ότι ήταν ήδη γνωστό. Γνωρίζοντας ότι θα αντιμετωπίσουν μεγάλες αντιστάσεις από την πλευρά των εργαζομένων φρόντισαν από την πρώτη στιγμή που έγιναν κυβέρνηση να αναδιατάξουν τις κατασταλτικές δυνάμεις. Οι συμβολισμοί έχουν τη σημασία τους. Μετονόμασαν το υπουργείο Δημόσιας τάξης σε υπουργείο Προστασίας του πολίτη πράγμα που φέρνει άμεσα στο νου τον Όργουελ και τον Μεγάλο Αδελφό. Η αστυνομική καταστολή απέκτησε εξ’ αρχής κεντρικό ρόλο στην πολιτική αυτής της κυβέρνησης.

Για να επανέλθουμε σε αυτά που θέταμε στην αρχή αυτής της δημοσίευσης -θα πρέπει το κίνημα να αντιμετωπίσει τις νέες τακτικές που εφαρμόζει η αστυνομία τους τελευταίους μήνες. Μέχρι στιγμής, οι τακτικές των δυνάμεων καταστολής είναι πράγματι επιτυχημένες.

Επί μέρες πριν τη συγκέντρωση της 23 Φεβρουαρίου κυκλοφορούσε με mail ότι μετά το πέρας της πορείας θα μέναμε μαζικά στο Σύνταγμα. Πολύ κόσμος πήγαινε με διάθεση να το κάνει. Ωστόσο η αστυνομία, που ασφαλώς το γνώριζε, κατόρθωσε στο τέλος να διαλύσει τον κύριο όγκο των διαδηλωτών με καταιγισμό χημικών με πρόσχημα τη δράση κάποιων αναρχικών ομάδων.

Θα είναι λάθος να αναγάγουμε ως το κύριο πρόβλημα το ζήτημα της δράσης κάποιων εξατομικοποιημένων τμημάτων των διαδηλωτών. Όχι ότι δεν αποτελεί πρόβλημα η ανεξέλεγκτη δράση τους, αλλά, σε κάθε περίπτωση, δεν εστιάζεται εκεί το κύριο ζήτημα.

Για να ξεκαθαρίσουμε το σημείο αυτό, θα αναφερθούμε στις επαναστάσεις του αραβικού κόσμου. Οι εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο έχουν γίνει, για όλους τους εργαζόμενους, παράδειγμα προς μίμηση. Οι επαναστάσεις αυτές εμπνέουν και θα εμπνεύσουν αγώνες. Στους χώρους εργασίας ακούς συχνά-πυκνά τη φράση: «Να γίνουμε όπως στην Αίγυπτο», «να κάνουμε το Σύνταγμα Ταχρίρ» κ.λπ..

Στις αραβικές χώρες το κίνημα αντιμετωπίζει μια καταστολή πολύ μεγαλύτερη από αυτή που αντιμετωπίζει το ελληνικό κίνημα. Αντιμετωπίζει όχι απλά χημικά από τις δυνάμεις καταστολής αλλά σφαίρες και ακόμα βαρέα όπλα που χτυπούν στο ψαχνό. Ασφαλώς, και στις αραβικές χώρες υπάρχει η «ανεξέλεγκτη δράση» κάποιων ομάδων (μερικές φορές καθοδηγούμενες από την αστυνομία). Όλα αυτά ωστόσο δεν εμπόδισαν τις επαναστάσεις να νικήσουν.

Ορισμένοι στην Αριστερά ισχυρίζονται ότι η επιτυχία αυτών των επαναστάσεων βρίσκεται στην εξαθλίωση του κόσμου στις χώρες αυτές και άρα η επαναστατικότητα των εργαζομένων οφείλεται στο ότι «δεν έχουν να χάσουν τίποτα». Αυτή η συλλογιστική είναι εντελώς λαθεμένη. Η μεγάλη καταπίεση δεν σημαίνει και μεγαλύτερες δυνατότητες εξέγερσης για τους καταπιεσμένους. Το αντίθετο μάλιστα δείχνει η ιστορική εμπειρία. Όσο πιο αποτελεσματική είναι η καταπίεση τόσο μεγαλύτερη είναι η απάθεια από την πλευρά των διευθυνόμενων τάξεων.

Επιπλέον το σχήμα «δεν έχουν να χάσουν τίποτα» δεν ισχύει για την πλέον αιματηρή εξέγερση στον αραβικό κόσμο -αυτή της Λιβύης:

«Μια άλλη τεράστια διαφορά σε σχέση με τη χώρα του Νείλου είναι βέβαια το βιοτικό επίπεδο, σύμφωνα με τους συμπατριώτες μας που ζουν και εργάζονται εκεί. “Στην Αίγυπτο ο κόσμος πεινούσε, στη Λιβύη δεν πεινάει. Μιλάμε για ένα κράτος με άπειρους πόρους και πολύ μικρό πληθυσμό. Φανταστείτε ότι είναι πανεύκολο να πάρεις δάνειο και να μην το αποπληρώσεις ποτέ” τονίζει εμφατικά».[8]

Η Λιβύη συγκαταλέγεται στις πλέον πλούσιες χώρες της Αφρικής και (από τη δεκαετία του 1980) από τις πλουσιότερες στον κόσμο. Το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι υψηλότερο της Ιταλίας, Σιγκαπούρης, Νότιας Κορέας, Ισπανίας, Νέας Ζηλανδίας.[9]

Ασφαλώς με την υιοθέτηση του νεοφιλελευθερισμού από το καθεστώς η φτώχεια (και εκεί) έχει διευρυνθεί. Η ανεργία βρίσκεται στο 20% -όπως και στην Ελλάδα. Αλλά, σε αντίθεση με την Ελλάδα, εκεί έγινε εξέγερση.

Επομένως αλλού βρίσκεται το πρόβλημα.

Το πρόβλημα για το ελληνικό κίνημα είναι βαθύτατα πολιτικό, δεν είναι τεχνικό («ανεξέλεγκτες ομάδες», ασυνεννοησία μεταξύ των κομμάτων και οργανώσεων της Αριστεράς, κ.λπ.). Το πρόβλημα αφορά την Ελλάδα αλλά και συνολικά τον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο.

Σε πολύ μεγάλο βαθμό, οι επαναστάσεις στον Αραβικό κόσμο, ξεσπάνε γιατί οι άρχουσες τάξεις έχουν καταστήσει σε όλο το λαό σαφές ότι δεν μπορεί να αναμένει το οτιδήποτε από την καθεστωτική πολιτική. Εξέγερση ή υποταγή -οι μόνες επιλογές. Το γεγονός ότι τα αραβικά καθεστώτα είναι δικτατορικά επί πολλές δεκαετίες, σημαίνει, ανάμεσα στα άλλα, ότι δεν υπάρχει κανενός είδους θεσμός (πέραν του κατασταλτικού μηχανισμού) που να διαμεσολαβεί αποτελεσματικά ανάμεσα στις λαϊκές μάζες και την άρχουσα τάξη. Δεν υπάρχει κανένας νόμιμος θεσμός που να μπορεί να ισχυριστεί ότι «αντιπροσωπεύει» τις λαϊκές μάζες και επομένως κάποιες (υπαρκτές ή ανύπαρκτες) ελπίδες για νόμιμη, ειρηνική βελτίωση της κατάστασης.

Δεν συμβαίνει το ίδιο με τις δυτικές κοινοβουλευτικές χώρες. Στην Ελλάδα μπορεί η Αριστερά να ισχυρίζεται (βάσιμα) ότι η κυβέρνηση « δεν έχει τη νομιμότητα να κάνει αυτά που κάνει» γιατί με «άλλο πρόγραμμα» κέρδισε τις εκλογές, ωστόσο απέχουμε πολύ από τα αραβικά καθεστώτα που ανατράπηκαν. Πάντοτε ο κοινοβουλευτικός κρετινισμός ήταν συνώνυμος της μεγάλης έως πλήρους αναντιστοιχίας ανάμεσα στις προεκλογικές «δεσμεύσεις» και στις μετεκλογικές πολιτικές. Αυτό από μόνο του δεν τον απονομιμοποίησε στα μάτια του κόσμου. Στις ΗΠΑ ο πρόεδρος εκλέγεται περίπου από το 25% όσων έχουν δικαίωμα ψήφου (συνήθως πάνω από το 50% είναι η αποχή στις εκλογές). Αυτό δεν οδήγησε το καθεστώς στις ΗΠΑ σε κρίση νομιμοποίησης. Στην Ελλάδα μπορεί να οδηγηθούμε μακροπρόθεσμα (αν το κίνημα ηττηθεί) σε αντίστοιχη κατάσταση.

Στον δυτικό κόσμο και στην Ελλάδα, υπάρχουν πολύ μεγαλύτερα περιθώρια για αυταπάτες στις εργαζόμενες μάζες αλλά και συναινετικοί μηχανισμοί που (παρά την οικονομική κρίση) συνεχίζουν να λειτουργούν -συνδικαλιστική γραφειοκρατία, κόμματα με οργανικές σχέσεις με την «κοινωνία των πολιτών», «ελεύθερα» ΜΜΕ. Αυτά δημιουργούν την πεποίθηση ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να πιεστούν για να αλλάξουν πολιτική (ή να καταψηφιστούν δημοκρατικά στις… επόμενες εκλογές).

Υπάρχει και ένας επιπλέον κρίσιμος λόγος στη δυσκολία για μια αποτελεσματική αντεπίθεση του εργατικού κινήματος.

Η κατάσταση σήμερα στην Ελλάδα έχει φτάσει σε ένα πρωτόγνωρο σημείο (τουλάχιστον από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα): έχοντας τη συναίνεση και των δυο κομμάτων εξουσίας (πράγμα που σημαίνει, την υποστήριξη της άρχουσας τάξης συνολικά) η επίθεση που έχει εξαπολυθεί απέναντι στον κόσμο της εργασίας, είναι τέτοιας έκτασης που η οποιαδήποτε ανατροπή της οδηγεί στα όρια της αστικής νομιμότητας. Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι στο τι εννοούμε:

Όταν κυβέρνηση και άρχουσα τάξη έχουν γυρίσει το ρολόι των εργατικών δικαιωμάτων στον 19ο αιώνα, όσοι προτείνουν απλά «αγωνιστικές κινητοποιήσεις» βρίσκονται εκτός χρόνου και τόπου. Για να ανατραπεί αυτή η πολιτική απαιτείται από μαζική ανυπακοή (όπως το κίνημα «δεν πληρώνω» για παράδειγμα, αλλά σε πολύ μαζικότερη βάση και μεγαλύτερη γκάμα θεμάτων) μέχρι συγκρούσεις του είδους της Κερατέας. Και, ασφαλώς, η κορύφωση όλων των αντιστάσεων θα ήταν η συνειδητοποίηση της ανάγκης και η δυνατότητα εφαρμογής της πλέον προχωρημένης μορφής πάλης για το εργατικό κίνημα: γενική απεργία μέχρι την πτώση της κυβέρνησης. Μόνο έτσι η πολιτική που έχουν επιλέξει (και επιβάλει) κυβέρνηση και άρχουσα τάξη μπορεί να ανατραπεί. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.

Σε αντίθεση λοιπόν με αυτήν την κατάσταση οι εργαζόμενοι, καλώς ή κακώς, αλλά και η πλειοψηφία των μελών των κομμάτων και οργανώσεων της Αριστεράς πιστεύουν ότι τα προβλήματα δεν μπορούν να λυθούν εκτός του πλαισίου που θέτει η αστική κοινοβουλευτική νομιμότητα. Ο αστικός κοινοβουλευτισμός δεν αντέχει καταστάσεις μαζικής κοινωνικής ανυπακοής. Η μακροχρόνια εμπειρία κοινοβουλευτικής ζωής έχει κάνει τις εργατικές μάζες της δύσης να είναι πολύ πιο δύσκαμπτες όσον αφορά γενικευμένες μορφές πάλης που αμφισβητούν τα όρια της αστικής νομιμότητας. Οι απεργιακές συγκεντρώσεις είναι ένα καλό σχολείο για τις εργατικές μάζες, αλλά είναι μόνο αυτό.

Ωστόσο το ζήτημα έχει αντικειμενικά τεθεί από το μέγεθος της επίθεσης που δέχεται ο κόσμος της εργασίας. Οι εργατικές μάζες κατανοούν πολύ καλά (το δείχνουν οι πρόσφατες κινητοποιήσεις, η «ατμόσφαιρα» στους εργασιακούς χώρους) ότι χρειάζονται πραγματικές συγκρούσεις για να ανατραπεί η μισητή πολιτική που σαρώνει τα δικαιώματά τους. Αλλά θα πρέπει να φτάσουν στο σημείο επίσης, μέσα από τις καθημερινές τους εμπειρίες, ότι θα πρέπει να μην περιμένουν το παραμικρό από την υπάρχουσα πολιτική κατάσταση (τις επερχόμενες κοινοβουλευτικές εκλογές), ότι χρειάζεται μια ριζική πολιτική ανατροπή στο πολιτικό σκηνικό.

Για να συμβεί αυτό δεν αρκούν οι «παραδειγματικές πράξεις» ομάδων αποφασισμένων διαδηλωτών. Δεν αρκεί ούτε η απαραίτητη συνεννόηση και κοινή δράση στους απεργιακούς ή πολιτικούς αγώνες της Αριστεράς. Χρειάζεται η επίμονη, μακροχρόνια δουλειά στους εργασιακούς χώρους, η μαζική πολιτική ζύμωση από τις οργανώσεις και τα κόμματα της επαναστατικής Αριστεράς.

Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούν, ασφαλώς, την ανάγκη αναζήτησης άμεσων απαντήσεων από την πλευρά του κινήματος. Αλλά θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι απαντήσεις αυτές είναι βαθύτατα πολιτικές και δεν είναι τεχνικού χαρακτήρα.

Ναι, ασφαλώς, θα πρέπει όλες οι συλλογικότητες του κινήματος (σωματεία, οργανώσεις της Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου) να προσπαθήσουν να περιορίσουν την ατομική δράση σύγκρουσης με την αστυνομία. Οι δράσεις αυτές δεν μπορούν να ενταχθούν σε καμιά οργανωμένη και συλλογική προσπάθεια των διαδηλωτών για να αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις καταστολής. Συνήθως φέρνουν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Μπαίνουν εμπόδιο στην ανάπτυξη της συλλογικής αυτενέργειας των διαδηλωτών.

Ωστόσο, πολύ πιο κρίσιμο από το παραπάνω είναι το εξής: πως θα κλιμακώσουμε την αντιπαράθεση με την κυβέρνηση. Αυτό είναι το άμεσο καθήκον της επόμενης περιόδου. Το ζητάει ένα διαρκώς αυξανόμενο κομμάτι του εργατικού κινήματος, αλλά και απλοί, μη οργανωμένοι, εργαζόμενοι. Μέχρι τώρα, παρά τις πολλές γενικές απεργίες, παρά τη διάθεση του κόσμου, η κυβέρνηση έχει περάσει όλα τα μέτρα που επεδίωξε να περάσει.

Γίνεται καθαρό ότι μόνο η κλιμάκωση των αγώνων θα φέρει αποτελέσματα. Αλλά πως; Είναι δεδομένο ότι αυτό δεν είναι ξεκάθαρο, δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Ωστόσο καλούμαστε να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα και μάλιστα σύντομα.

Το άμεσο καθήκον των συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων του κινήματος είναι να επεξεργαστούν με πιο τρόπο θα προσπαθήσουν να κλιμακώσουν πολιτικά απεργιακές κινητοποιήσεις όπως 5 Μάη, 15 Δεκέμβρη και 23 Φλεβάρη. Η κλιμάκωση όμως δεν μπορεί να είναι σε «επιχειρησιακό» επίπεδο, αλλά σε πολιτικό. Θα αναφέρω ένα παράδειγμα που δείχνει προς τα που θα πρέπει να κατευθύνουμε τη δράση μας.

Στις 15 Δεκέμβρη είχαμε μια τεράστια διαδήλωση και οι εργαζόμενοι είχαν κατέβει, όχι για να σταματήσουν μια ψηφοφορία στη βουλή, αλλά για να δείξουν το θυμό του. Τότε για πρώτη φορά φάνηκε τόσο καθαρά ότι πολλοί εργαζόμενοι (όχι μόνο οι «κουκουλοφόροι») εξοργίζονται με τις αστυνομικές επιθέσεις και προσπάθησαν να αντισταθούν στη βία της αστυνομίας. Ο κόσμος τότε προσπάθησε να μην διαλυθεί, αλλά να ανασυνταχτεί και να διεκδικήσει να κάνει κατάληψη και συνέλευση στη ΓΣΕΕ. Τελικά το απέτρεψε η αστυνομία (για την ακρίβεια η συνεργασία αστυνομίας-ΓΣΕΕ). Ωστόσο ένα τέτοιοι ενδεχόμενο θα μπορούσε να διαμορφώσει προϋποθέσεις κλιμάκωσης. Θα χρειαστεί την επόμενη περίοδο τέτοιες ιδέες να τις πάρουμε από το αυθόρμητο πλαίσιο που γεννιούνται και να τις συζητήσουμε με οργανωμένο τρόπο.

Πριν της 23 Φλεβάρη και κατά τη διάρκεια της απεργιακής συγκέντρωσης, «κυκλοφορούσε» η ιδέα της παραμονής στην πλατεία Συντάγματος: «Να κάνουμε το Σύνταγμα πλατεία Ταχρίρ». Και αυτό θα μπορούσε να αποτελεί μια καλή ιδέα. Αλλά τέτοιες πράξεις απαιτούν ευρύτερες συναινέσεις και συνεννοήσεις μεταξύ των οργανώσεων και των κομμάτων της Αριστεράς αλλά και του αντιεξουσιαστικού χώρου. Μόνο έτσι ο συντονισμός όλων των δυνάμεων που θέλουν να ανατρέψουν την κυβερνητική πολιτική θα πραγματοποιηθεί με μαζικούς όρους.

Άγγελος Κ


[1] http://www.aformi.gr/2011/02/

 

[2] http://news.in.gr/economy/article/?aid=1231080362

[3] http://www.voria.gr/index.php?module=news&func=display&sid=39429

Δες ακόμα:

http://news.in.gr/economy/article/?aid=1123843

[4] http://syspeirosiaristeronmihanikon.blogspot.com/2011/02/blog-post_5673.html

Και επίσης:

http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2451:2011-02-21-16-16-10&catid=59:forologia&Itemid=183

[5] http://news.in.gr/greece/article/?aid=1231080707

[6] Στο ίδιο.

[7] http://www.isotimia.gr/default.asp?pid=24&ct=3&artid=93834

[8] http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=2&artId=385474&dt=18/02/2011

[9] http://en.wikipedia.org/wiki/Libya

Share

Category: Χωρίς κατηγορία



Σχόλια (3)

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. Ο/Η Swell λέει:

    Αν μου επιτρέπεις, σου διέφυγε το ότι στέλνοντας το ΚΚΕ τα μέλη του σπίτι τους με το μετρό, στηρίζει το δημόσιο χαρακτήρα των δημόσιων συγκοινωνιών. Γιατί, βεβαίως, πληρώνουν κανονικά το εισιτήριο.

  2. Ο/Η markos λέει:

    Αγαπητέ Αγγελε,
    Ο πολτός όμως της επαναστατικής αριστεράς πρέπει να αποκτήσει ηγεσία και οργάνωση.
    Δεν υπάρχει όμως αξια ηγεσία χωρίς στέρεη βάση και για την ώρα ούτε το ένα υπάρχει ούτε το άλλο.

Αφήστε μήνυμα