Subscribe via RSS Feed
Εκτυπώστε το Εκτυπώστε το

Είναι η οικονομία των Παπούα το νέο μοντέλο για την Ελλάδα;




Στη θέση που επιδιώκει να φτάσει η Ελλάδα (και ακόμη καλύτερη με βάση τους αριθμούς) ως προς τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, βρίσκονται ήδη η Ζιμπάμπουε, η Τόνγκα, η Αγκίλλα, το Ουζμπεκιστάν, το Ταζικιστάν, το Περού, η Παραουγάη, η Βολιβία, το Τουρμεκινστάν, το Ιράν, η Λιβύη η Παπούα – Νέα Γουινέα και άλλες όχι και τόσο αναπτυγμένες χώρες.

Του Πάνου Παναγιώτου

Τα τελευταία δύο χρόνια η Ελλάδα τρέχει έναν εξαντλητικό μαραθώνιο με στόχο την εξυπηρέτηση του χρέους της και τη μείωση των ελλειμμάτων της. Μισθοί και συντάξεις κόβονται, έμμεσοι φόροι αυξάνονται, έκτακτες εισφορές επιβάλλονται, η ανεργία απογειώνεται, τα εισοδήματα και οι καταθέσεις μειώνονται, ενώ η συρρίκνωση του ΑΕΠ είναι τόσο μεγάλη που κατατάσσει τη χώρα στη 212η χειρότερη θέση μεταξύ των 215 κρατών του κόσμου.

Έχοντας πλέον γίνει απ” όλους κατανοητό και παραδεκτό πως το χρέος θα παραμείνει, στην καλύτερη περίπτωση, δυσβάσταχτο για πολλά χρόνια και με το πρόβλημα της εξυπηρέτησης του να επιδιώκεται να λυθεί μέσω των δύο πακέτων “διάσωσης’, από τα οποία το δεύτερο συμπεριλαμβάνει και μέτρα εθελοντικής αναδιάρθρωσης, το βάρος μοιάζει να πέφτει όλο και περισσότερο σε μια, πάση θυσία, προσπάθεια επίτευξης πρωτογενούς πλεονάσματος. Με αυτόν τον τρόπο πιστεύεται πως η χώρα θα οχυρωθεί απέναντι σε κάθε μελλοντική εξωτερική απειλή, ακόμη και αν αυτή μεταφραστεί σε άρνηση της τρόικας να προχωρήσει στην καταβολή μίας δόσης κάτι που θα οδηγούσε μοιραία σε πτώχευση.

“Αν περάσουμε σε πρωτογενή πλεονάσματα, αν τα έξοδα του κράτους είναι λιγότερα από τα έσοδα του, τότε θα είμαστε αυτόνομοι, θα έχουμε πάρει τη μοίρα μας στα δικά μας χέρια, θα μπορούμε ό,τι και αν γίνει να πληρώσουμε μισθούς και συντάξεις και να αποφύγουμε τα χειρότερα ακόμη και αν μας εγκαταλείψουν οι εταίροι μας”, είναι η νέα πολιτική φωνή που προωθείται ως η συνετότερη.

Είναι, όμως, πράγματι έτσι;

Κατ” αρχήν και σύμφωνα με ανεξάρτητες εκθέσεις διεθνών τραπεζών και οικονομικών ιδρυμάτων, με τη δυναμική της ελληνικής κρίσης να ενισχύεται, η όποια προσπάθεια περαιτέρω δραστικής μείωσης των ελλειμμάτων θα επιφέρει ό,τι και οι προηγούμενες προσπάθειες, δηλαδή περισσότερη ύφεση. Αυτό συνεπάγεται περισσότερο απ” όσα δεινά έχουμε βιώσει μέχρι στιγμής κάτι που θα κάνει την ελληνική οικονομία ακόμη πιο αδύναμη και που θα σπρώξει την ελληνική κοινωνία ακόμη πιο κοντά στα όρια της και πιθανόν πέρα από αυτά.

Κατά δεύτερον, μετά το Γολγοθά για την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος ακολουθεί αυτός για τη διατήρηση του κάτι που θα δημιουργήσει την ανάγκη για μία παρατεταμένη, σχεδόν μόνιμη, περίοδο λιτότητας η οποία κατά πάσα πιθανότητα θα μειώσει ακόμη περισσότερα τα κρατικά έσοδα και θα δημιουργήσει την ανάγκη για περαιτέρω εισπρακτικά μέτρα, όταν κάτι τέτοιο θα είναι, πια, πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί τόσο για πρακτικούς όσο για και πολιτικούς λόγους.

Τρίτον, οι κίνδυνοι από το διεθνές περιβάλλον της Ελλάδας δεν πρόκειται να υποχωρήσουν αν και εφόσον η ίδια έχει περάσει σε πρωτογενές πλεόνασμα. Μία ενδεχόμενη ευρωπαϊκή τραπεζική κρίση, μία διεθνής ύφεση, μία σημαντική αύξηση των τιμών πετρελαίου, μία κρίση πτώχευσης ευρωπαϊκών κρατών ή του ευρωπαϊκού νομίσματος ή μία μεγάλη αύξησης στις τιμές τροφίμων και εμπορευμάτων θα επηρεάσουν άμεσα την Ελλάδα και θα κάνουν εξαιρετικά δύσκολη τη διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων και πολύ πιθανή την επιστροφή σε ελλειμματικούς προϋπολογισμούς. Δε χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά για να δούμε πώς το εξωτερικό περιβάλλον επηρεάζει μία χώρα με πλεονάσματα και αρκεί να κοιτάξουμε το παράδειγμα της Βουλγαρίας για να καταλάβουμε αυτή τη σχέση, καθώς ενώ η χώρα σημείωνε δημοσιονομικό πλεόνασμα για πέντε συνεχή έτη μεταξύ 2005-2009, πέρασε σε έλλειμμα μεγαλύτερο του 4% το 2010 εξαιτίας της διεθνούς οικονομικής και χρηματοοικονομικής κρίσης. Επιπλέον, η συντριπτική πλειοψηφία των αναπτυγμένων και αναδυόμενων κρατών αύξησαν θεαματικά τα ελλείμματα τους στη σκιά της πρόσφατης κρίσης, γεγονός που επιβεβαιώνει πως οι διεθνείς πιέσεις μπορούν να εκτροχιάσουν δημοσιονομικά ακόμη και τις ισχυρότερες οικονομίες, πόσο μάλλον μία από τις πλέον ασθενείς.

Τέταρτον, ακόμη και αν η Ελλάδα καταφέρει να περάσει σε πρωτογενές πλεόνασμα αυτό δε θα αλλάξει το γεγονός ότι θα εξακολουθεί να καταγράφει δημοσιονομικό έλλειμμα και θα χρειάζεται διεθνή βοήθεια για να εξυπηρετήσει το χρέος της. Αν για τον οποιαδήποτε λόγο η χώρα προχωρήσει σε πτώχευση, τότε το σοκ που θα δεχτεί η οικονομία τόσο από το εξωτερικό περιβάλλον όσο και από το εσωτερικό της, είναι εξαιρετικά πιθανό να τη σπρώξει πάραυτα και εκ νέου σε ελλειμματικούς προϋπολογισμούς (τότε το μικρότερο, ίσως, από τα προβλήματα της) και μάλιστα αυτή τη φορά με ελάχιστη πιθανότητα γρήγορης επιστροφής στην προ πτώχευσης κατάσταση. Με άλλα λόγια, είναι πάρα πολύ αμφίβολο πως το πρωτογενές πλεόνασμα θα προστατεύσει την Ελλάδα στην περίπτωση που την εγκαταλείψουν οι εταίροι της.

Πέμπτον, διεθνείς εκθέσεις φανερώνουν πως η πιθανότητα πτώχευσης υπό το βάρος του χρέους αυξάνεται και δε μειώνεται όταν η χώρα περνά σε πρωτογενή πλεονάσματα, ακριβώς γιατί γίνεται πολύ δύσκολο για τους πολιτικούς να πείσουν τους πολίτες για την ανάγκη συνέχισης της λιτότητας όταν αυτή είναι, πλέον, δεδομένο πως έχει ως μοναδικό στόχο την πληρωμή των δανειστών. Έτσι, ενώ σήμερα οι πολιτικοί χρησιμοποιούν ως επιχείρημα για τη λήψη νέων μέτρων την ανάγκη επίτευξης πρωτογενούς πλεονάσματος ώστε η χώρα να μπορεί να πληρώσει μισθούς και συντάξεις ό,τι και αν συμβεί, μετά την επίτευξη αυτού του στόχου, αυτό το πολύ ισχυρό επιχείρημα δε θα υφίσταται πλέον.

Πέρα από όλους τους παραπάνω αλλά και άλλους λόγους, ωστόσο, που φανερώνουν πως η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος δεν εγγυάται τη λύση των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας αλλά ούτε και τη βελτίωση της, η σημαντικότερη απόδειξη γι” αυτό ίσως είναι η οικονομική κατάσταση των κρατών που έχουν ήδη πρωτογενή και δημοσιονομικά πλεονάσματα. Με βάση τα στοιχεία του 2010, από τα 215 κράτη του κόσμου μόλις 45 βρισκόταν σε αυτήν την “ευλογημένη” κατηγορία και τα 41 από αυτά συγκαταλέγονται στις αναδυόμενες ή υπό ανάπτυξη χώρες.

Έτσι, στη θέση που επιδιώκει να φτάσει η Ελλάδα (και ακόμη καλύτερη με βάση τους αριθμούς) ως προς τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, βρίσκονται ήδη η Ζιμπάμπουε, η Τόνγκα, η Αγκίλλα, το Ουζμπεκιστάν, το Ταζικιστάν, το Περού, η Παραουγάη, η Βολιβία, το Τουρμεκινστάν, το Ιράν, η Λιβύη η Παπούα – Νέα Γουινέα και άλλες όχι και τόσο αναπτυγμένες χώρες. Αυτό δε συνεπάγεται, βέβαια, πως η οικονομίες αυτών των κρατών είναι ισχυρές, ούτε βέβαια ότι είναι οχυρωμένες απέναντι τους διεθνείς κινδύνους.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την οικονομία των Παπούα: το δημοσιονομικό της πλεόνασμα κυμαίνεται περίπου στο 0,70% του ΑΕΠ, η ανεργία στο 1,8%, το δημόσιο χρέος είναι μόλις 26% του ΑΕΠ ενώ οι ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ κυμαίνονται στο 7%. Τα στοιχεία αυτά φαντάζουν ονειρικά και είναι σίγουρο πως η Ελλάδα θα “σκότωνε” για να τα κάνει δικά της. Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα: το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Παπούα διαμορφώνεται στα 2500 δολάρια κάτι που καθιστά τους κατοίκους της χώρας πάμπτωχους.

Είναι καλό, λοιπόν, όσο οι προσπάθειες μας εστιάζουν στη θεαματική μείωση των ελλειμμάτων η προσοχή μας να στρέφεται στην αποφυγή της δραματικής μείωσης των εισοδημάτων, της εκρηκτικής αύξησης της ανεργίας και της καταστροφικής συρρίκνωσης της ελληνικής οικονομίας. Ειδάλλως, όταν θα έρθει η πολυπόθητη στιγμή που οι πολιτικοί της χώρας θα πανηγυρίσουν την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος, θα έχει πολύ μικρότερη σημασία απ” όσο θα έχουν πιστέψει αλλά και θα έχουν μείνει πολλοί λίγοι πολίτες “όρθιοι” για να το γιορτάσουν μαζί τους.

Share

Category: Χωρίς κατηγορία



Σχόλια (1)

Trackback URL | Comments RSS Feed

  1. Ο/Η markos λέει:

    Και οι δυο δρόμοι οδηγούν στο ξεπέρασμα της κρίσης του καπιταλισμού με την φτωχοποίηση του λαού.
    Είτε με το ευρώ που προκρίνουν οι επίσημες αρχές, είτε με την δραχμή που επιθυμούν οι ακραίοι νεοφιλελεύθεροι και οι ανόητοι από την αριστερά.

Αφήστε μήνυμα