- aformi - http://www.aformi.gr -

Προς τα που τείνει το ποσοστό του κέρδους;

Posted By admin On 22 Αυγούστου 2011 @ 1:18 πμ In Θεωρία | 30 Comments

Με αφορμή την σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση έχουμε δημοσιεύσει μια σειρά από άρθρα και συνεντεύξεις. Ωστόσο, υπάρχει και το θεωρητικό μέρος των οικονομικών κρίσεων. Δεν υπάρχει μια κυρίαρχη άποψη ανάμεσα στους μαρξιστές για την αιτία των οικονομικών κρίσεων. Θα προσπαθήσουμε σε μια σειρά άρθρων να θίξουμε θεωρητικά ζητήματα ως προς τις οικονομικές κρίσεις στον καπιταλισμό. Θα ξεκινήσουμε με ένα άρθρο του Γιώργου Μεταξά που είχε την ευγενική καλοσύνη να μας αποστείλει. Στο άρθρο ο Γιώργος Μεταξάς ασχολείται με το ζήτημα «της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους» που ανέπτυξε ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο». Το άρθρο έχει δημοσιευθεί επίσης και στο περιοδικό «Θέσεις», τεύχος 110.

Του Γιώργου Μεταξά

1. Το περίπου και το ακριβέστερo

Το ποσοστό του κέρδους εξακολουθεί να είναι σημαντικό ζήτημα για την πολιτική οικονομία. Η άποψη ότι το κεφάλαιο ενδιαφέρεται μόνο για την διαφορά εσόδων – εξόδων είναι λανθασμένη Στην αστική πολιτική οικονομία, η πλέον κοντινή προς το γενικό ποσοστό του κέρδους έννοια, φαίνεται να είναι η απόδοση επένδυσης (return of investment). Αυτή ορίζεται σαν το καθαρό κέρδος σε σχέση με το κεφάλαιο που απασχολήθηκε για την πραγματοποίησή του, πάντα χρηματικά βέβαια. Κατά την επιλογή διαφόρων προτάσεων για επενδύσεις, η παραπάνω απόδοση αποτελεί βασικό παράγοντα. Η απόδοση ίδιων κεφαλαίων είναι το ποσοστό των ιδίων κεφαλαίων που μετέτρεψε σε κέρδη η επιχείρηση. Η απόδοση ιδίων κεφαλαίων μειώνεται όταν μειωθούν τα κέρδη ή όταν αυξηθούν τα ίδια κεφάλαια. Τα ίδια κεφάλαια αυξάνουν με την άνοδο της κερδοφορίας της εταιρίας, με την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου αλλά και τεχνικά με την αναπροσαρμογή της αξίας (δηλαδή της τιμής) των παγίων. Στις περιπτώσεις που τα κέρδη δεν αυξήθηκαν με ανάλογο ρυθμό, η απόδοση ιδίων κεφαλαίων περιορίζεται. Η σχέση, μεταξύ των κερδών και του κεφαλαίου της επιχείρησης αποτελεί σημαντικό δείκτη αποδοτικότητας. i. Η επιβεβαίωση της θέσης αυτής πρακτικά είναι οι τεράστιες μετακινήσεις κεφαλαίων που για αυτόν τον σκοπό πραγματοποιούνται καθημερινά. Είναι προφανές ότι ο παραπάνω ορισμός βέβαια είναι δέσμιος του φετιχισμού του κεφαλαίου.

Αυτό που θα μας απασχολήσει εδώ είναι, σαν εργαλείο, το ξεπέρασμα των μαθηματικών υπολογισμών του Κεφαλαίου, που πολύ συχνά αναπτύσσονται με μεγάλα σε έκταση αριθμητικά παραδείγματα και τα οποία στερούν το έργο σε συνοπτικότητα και δυνατότητα κατανόησης. ii Σχολιάζοντας τα μέχρι πρόσφατα σχετικά άγνωστα μαθηματικά χειρόγραφα του Μαρξ, ο άγγλος μαθηματικός Samuel Moore, ελέγχοντάς τα, κατά ανάθεση του Engels, διαπιστώνει ήδη το 1888 τα ακόλουθα:

Ένας λόγος του μεγάλου μήκους αυτού του χειρογράφου είναι η συνήθειά του να αποδεικνύει τα συμπεράσματά του με συγκεκριμένα παραδείγματα και καταλαμβάνοντας ολόκληρες σελίδες σχολιάζοντας καθαρά αποτελέσματα, ενώ αναφέροντας τον γενικό τύπο … που είναι εφαρμόσιμος στην ιδιαίτερη περίπτωση, τα αποτελέσματα του θα μπορούσαν να ληφθούν σε μισή ντουζίνα αράδες. iii

Θα ήταν σκόπιμο να αναφερθεί η εμμονή σε δυο πρακτικές, όσον αφορά τα παραπάνω αριθμητικά παραδείγματα, από την μια σε μικροοικονομικά μοντέλα και από την άλλη στην αρχή της επαλληλίας. Τα μικροοικονομικά μοντέλα δεσμεύουν το ανολοκλήρωτο έργο του Κεφαλαίου στην λογική του ότι το κεφάλαιο συνολικά, σε επίπεδο παραδειγμάτων αντιμετωπίζεται σαν πολλαπλάσιο μιας ξεχωριστής επιχείρησης – επιμέρους ατομικών κεφαλαίων – όπου τα χρηματοπιστωτικά φαινόμενα βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση προς αυτήν, κάτι που ιστορικά αυτό τον 19ο αιώνα συνιστούσε μια κοινά αποδεκτή πρακτική. Η προβολή της δομής αυτής, ακόμα και σήμερα, στην μακροοικονομία θεωρείται συνήθως αυτονόητη, αν και πάντα τονίζονται οι επιφυλάξεις σε σχέση με μια αναλογία των δυο επιπέδων. Το τότε επίπεδο ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων από την μια, και το ανολοκλήρωτο του έργου του Μαρξ από την άλλη, συνιστούν το ιστορικό πλαίσιο και όριο αυτής της υστέρησης σε σχέση με την σημερινή ανάπτυξη των σχέσεων παραγωγής.


2. Ποσοστό του κέρδους

Η υπόθεση του Μαρξ για πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους δείχνει την επιφύλαξη του ίδιου του συγγραφέα του Κεφαλαίου, καθώς αναφέρεται σε τάση και όχι σε κάποια νομοτέλεια. Πέρα από αυτό όμως, στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου παρουσιάζεται μια αδυναμία να προσεγγιστεί το θέμα συνολικά. Σε κάθε περίπτωση θεωρούνται δυο παράγοντες σταθεροί, και ο τρίτος μεταβλητός. Μέσα από μια επαλληλία των συμπερασμάτων θεωρείται ότι κάτι ανάλογο πρέπει να ισχύει και όταν όλα μεταβάλλονται. Τα ακόλουθα τρία διαγράμματα (σχήμα 1) δείχνουν την ορθότητα των μαρξικών συμπερασμάτων όταν κάποιος σκέπτεται με αυτό τον τρόπο. Ο τρόπος αυτός της επαλληλίας συμπερασμάτων, είναι στην εποχή αυτή, δόκιμος και τρέχων στις θετικές επιστήμες γιατί διευκολύνει τόσο πειραματικά, όσο και θεωρητικά προκειμένου να επιλυθούν συγκεκριμένα προβλήματα.ivΕπιπλέον πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι το συμπέρασμά του της πτωτικής τάσης ενισχύεται και από την τότε εμπειρική κοινωνική παρατήρηση. Η ανάπτυξη της οικονομίας συνοδευόταν κατά κανόνα, εκείνη την εποχή, από μια πτώση του ποσοστού του κέρδους των μεγάλων επιχειρήσεων που δεν αντισταθμιζόταν πάντοτε ούτε από την διεύρυνση της αγοράς και της παραγωγής, ούτε και με την ανάπτυξη της σχετικής υπεραξίας, πράγμα που θα αποδειχτεί παρακάτω, ότι σχετίζεται με το επίπεδο ανάπτυξης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου

Η υπόθεση όμως μιας αποκλειστικά υπολογιστικής σταθερότητας είναι πρακτικά αδύνατη γιατί κάθε επενδυτική δραστηριότητα του κεφαλαίου αποσκοπεί στην εξοικονόμηση εργασίας και μείωση του κόστους παραγωγής ανά μονάδα εμπορεύματος. Με άλλα λόγια το κεφάλαιο θα αυτοκαταστρεφόταν σχετικά αν όχι και απόλυτα, περικόπτοντας τμήματα μεταβλητού και προσπαθώντας να εξοικονομήσει σε σταθερό κεφάλαιο αν δεν υπήρχε παράλληλα η δυνατότητα αύξησης της συνολικής παραγωγής,. Ανά πάσα στιγμή και σε κάθε αναδιάρθρωση μεταβάλλονται όλες οι κύριες μεταβλητές του συστήματος. Μια υπόθεση που συσκοτίζει παραπέρα το ζήτημα, είναι η υπόθεση εργασίας του Μαρξ, στο σημείο αυτό, ότι η υπεραξία γενικά μειώνεται (με την προϋπόθεση μιας σταθερής παραγωγικότητας της εργασίας). Ζώντας στην πραγματικότητα σε μια εποχή της σχετικής (και όχι μόνο) υπεραξίας από την μια και εργατικών και κοινωνικών αγώνων (ακόμα και ξεπουλημένων) από την άλλη, η ισχύς αυτής της υπόθεσης συνιστά εξαίρεση. Η μείωση ή και η αύξηση του μεταβλητού κεφαλαίου δεν σημαίνει αυτόματα και μείωση της υπεραξίας ή του ποσοστού της και αντίστροφα.

σχήμα 1

 

Στο παραπάνω σχήμα για την παρουσίαση του ποσοστού του κέρδους χρησιμοποιείται ο τύπος (όπου m [Mehrwert] είναι η υπεραξία, c [konstantes Kapital] το σταθερό [ανά περίοδο παραγωγής φθειρόμενο] κεφάλαιο και v [variables Kapital] το μεταβλητό:

[1]

 

 

Ο τύποςv προκύπτει από την αρχική μαρξιακή έκφραση, σε επίπεδο πάντοτε αξιών όπου:

 

όπου m > 0 και τα c και v > 0vi vii [2]

 

Για την οπτική της εργασίας, η συσχέτιση όλων των παραπάνω παραμέτρων προς την εργασία συνιστά μια πολιτικοκοινωνική επιλογή. Η εργασία υφίσταται πάντοτε στην καπιταλιστική παραγωγή, και επόμενα δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει κάποιας μορφής αοριστία στην σχέση. Διαιρώντας τον αριθμητή και τον παρανομαστή της σχέσης με το v από την διατύπωση [2], μπορούμε να έχουμε την σχέση [1]:viii

Στις εξισώσεις αυτές, όλες οι ποσότητες θεωρείται ότι έχουν θετικό πρόσημο. Ο λόγος c/vεκφράζει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, το m/v είναι, ανάλογα με την οπτική γωνία, το μέτρο παραγωγικότητας του κεφαλαίου για τον καπιταλιστή, και το μέτρο της εκμετάλλευσης για τον εργάτη, γνωστό σαν ποσοστό της υπεραξίας. ix Στην έκφραση [2], οι καπιταλιστές ενδιαφέρονται για τα κεφάλαια που έχουν επενδύσει, και την απόδοση της εργασίας, ενώ στην [1], οι εργαζόμενοι ενδιαφέρονται για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζονται, τον μισθό τους και το αν θα απολυθούν ή όχι. Εξηγήθηκε ότι η διαίρεση της αρχικής σχέσης με το μεταβλητό κεφάλαιο, την εργασία, επιτρέπεται γιατί το v > 0, αφού υφίσταται πάντοτε ένα κόστος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ότι δεν μπορούμε να έχουμε αρνητικό κεφάλαιο. Οι τραπεζικές πιστώσεις και οι κρατικές επιχορηγήσεις, τα τοκογλυφικά χρέη λειτουργούν σαν κεφάλαιο, μπαίνουν στον κύκλο της κυκλοφορίας και αποσβένονται σιγά – σιγά, όπως και το πάγιο κεφάλαιο. Από την στιγμή που το πιστωτικό σύστημα συμμετέχει ενεργά σε κάθε κλάδο της παραγωγής υποχρεώνει αυτόν τον κλάδο σε τέτοιο μέγεθος παραγωγής ώστε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και αντίστροφα. Ο δανεισμός στην ουσία αποτελεί μια υπόσχεση διεύρυνσης της εκμετάλλευσης των εργαζομένων που προϋποτίθεται και διευκολύνεται μέσα από μια έμμεση μεταφορά κεφαλαίων από τον ένα κλάδο στον άλλο. Εξαρτάται από την δυνατότητα του κεφαλαίου να βελτιώνει την παραγωγικότητα της εργασίας. Δεν υπάρχει αρνητικό κεφάλαιο. Αυτό που υπάρχει είναι κατεστραμμένες επιχειρήσεις και μη αποδοτικοί οικονομικοί κλάδοι και επενδύσεις.

Ακόμη και αν το v 0, όπως συμβαίνει σε περιστάσεις υψηλής οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου, δεν μηδενίζεται, γιατί όταν συμβεί αυτό έχουμε ταυτόχρονα και μηδενισμό της υπεραξίας που προκύπτει από το μεταβλητό κεφάλαιο. Η αοριστία αυτή είναι μια μαθηματική έκφραση της δυναμικής ενός ορίου, που επιλύεται πολιτικά, και που εκφράζεται σαν ανατροπή του πολιτικού συστήματος, δεν υφίσταται καπιταλισμός χωρίς την παραγωγή υπεραξίας. Το c/v + 1 0, γιατί τόσο το σταθερό κεφάλαιο c όσο και το μεταβλητό v, είναι θετικές ποσότητες.

Παρατηρώντας τα διαγράμματα του σχήματος 1, παρ΄ όλες τις επιφυλάξεις, έχουμε την ακόλουθη σειρά σχετικών πληροφοριών: Σε όλα αυτά τα διαγράμματα εμφανίζεται, παρόλη την προϋπόθεση ιδεατής σταθερότητας των συντελεστών, που απουσιάζουν από τον οριζόντιο άξονα, μια ευρεία πιθανότητα τιμών των ποσοστών του κέρδους σε μια ακόλουθη στιγμή, που εκφράζεται από το ύψος των στηλών σε κάθε αύξηση αντίστοιχα υπεραξίας, μεταβλητού και κυκλοφορούντος σταθερού κεφαλαίου. Ανάλογα με την αρχική κατάσταση δεν σημαίνει απαραίτητα την πτώση του. Το ύψος των στηλών δείχνει τις περιοχές διακύμανσης του ποσοστού του κέρδους για τις αντίστοιχες τιμές των μεταβλητών.

Η πρώτη επιφύλαξη απέναντι στα διαγράμματα του σχήματος (1) αφορά, αν θεωρήσουμε τις αξίες ως μετρήσιμα μεγέθη, στην αναντιστοιχία αξιακού και χρηματικού ποσοστού του κέρδους. Η αντίφαση μεταξύ αξίας και τιμής της εργασιακής δύναμης, είναι κομμάτι της δομής των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής. Η δεύτερη επιφύλαξη που προκύπτει από την μεθοδολογία αυτή, είναι η γραμμικότητα του ερμηνευτικού σχήματος. Η γραμμική προσέγγιση περιορίζει για παράδειγμα την δυνατότητα ερμηνείας των κρίσεων, τόσο σε ό,τι αφορά την αστική θεωρία της οικονομίας, όσο και την μαρξακή, της κριτικής της. Σε μια εξίσωση όπου το ποσοστό του κέρδους δεν μπορεί να εκφράζεται σε δυο διαδοχικές στιγμές από μια έκφραση του είδους:

 

Διότι ουσιαστικά δεν υπάρχει μια γραμμική συμπεριφορά στα πλαίσια της παραγωγής, τουλάχιστον, και επόμενα για παράδειγμα μια οικονομική κρίση δεν είναι κάτι το προβλέψιμο, ή κάτι ανεξάρτητο από την παραγωγή. x Η ιστορική εμπειρία μας το διαβεβαιώνει. Εάν το ζήτημα ήταν τόσο απλά γραμμικό, το πρόβλημα των κρίσεων θα είχε λυθεί από καιρό. Αυτό που ακυρώνει την γραμμικότητα του συστήματος xi είναι η αλληλεξάρτηση των βασικών παραγόντων όπως φαίνεται από τους λόγους και τον τρόπο μεταβολής του ποσοστού του κέρδους, καθώς και το πλήθος των επί μέρους απροσδιόριστων παραμέτρων του. Η κυριολεκτικά πανταχού παρούσα αναπαραγωγή τη εργασιακής δύναμης, προσεγγίζεται από την πολιτική οικονομία μονοδιάστατα σαν παράγοντας κόστους, που πρέπει όσο το δυνατόν να περιοριστεί. Αντίθετα η υπεραξία σαν βασικό στοιχείο εντροπίας του συστήματος, εντροπίας με την έννοια μιας επιπλέον ενέργειας που δεν ιδιοποιείται στον χώρο που παράγεται, στην σχέση [3] αγνοείται. Η θέση του Μαρξ (όταν στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου πραγματεύεται το ζήτημα του μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές παραγωγής) για την ταύτιση του συνόλου των κερδών με το σύνολο της υπεραξίας είναι αν όχι τίποτα άλλο, ελλιπής. Μια αύξηση των πωλήσεων και περιορισμός του στοκ δεν σημαίνει αύξηση της συνολικής υπεραξίας αλλά αύξηση των κερδών. Οι άγνωστοι, ποσοτικά, ποιοτικοί συντελεστές είναι ένας μόνον από τους βασικούς παράγοντες που θα μπορούσαν να αποσταθεροποιούν το σύστημα και που, σαν επιπλέον στοιχεία εντροπίας, συσσωρεύονται οδηγώντας το σε κρίση. Η έννοια της εντροπίας εισάγεται γιατί η εντροπία εκφράζει τον βαθμό αταξίας ενός συστήματος και γιατί, σε μια αναλογία προς το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα, εντροπία ενός κλειστού συστήματος, όπως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η παγκόσμια οικονομία, είναι μεγαλύτερη από αυτή των επιμέρους συστημάτων που το αποτελούν. Στο επίπεδο μιας μοναδικής επιχείρησης τα στοιχεία αταξίας και αποσταθεροποίησης είναι πολύ μικρότερα απ’ ότι στο σύνολο της οικονομίας. xii Η μη πραγματοποιημένη υπεραξία με την μορφή διαφυγόντων κερδών συνιστά των βασικό παράγοντα εντροπίας του καπιταλιστικού συστήματος.


3. Ο χώρος των φάσεων

Για να υπερβούμε τον μονοδιάστατο χαρακτήρα της μέχρι τώρα προσέγγισης, προτείνεται η εισαγωγή των φάσεων στην προσέγγιση της παραγωγής. Η έννοια της φάσης είναι συνδεμένη στο μυαλό μας με την αλλαγή φάσης των φυσικών σωμάτων, για παράδειγμα από την υγρή στη στερεά κατάσταση και γενικότερα την μεταβολή σε συνάρτηση με τον χρόνο. Φάση αποκαλείται συνήθως ένα χρονικό σημείο πάνω σε ένα κύκλο xiii, που στην περίπτωσή μας θα μπορούσε να είναι η κίνηση του κεφαλαίου. Στο σύστημα του ακόλουθου σχήματος 2 θα απεικονίσουμε το ποσοστό του κέρδους p΄ σαν ένα σημείο μέσα σε ένα ορθοκανονικό τρισδιάστατο σύστημα αξόνων. Στον άξονα των Χ απεικονίζεται το σταθερό κεφάλαιο c, στον άξονα των Υ το μεταβλητό κεφάλαιο v και στον άξονα των Ζ η υπεραξία m.

 

σχήμα 2

Το ποσοστό του κέρδους εξαρτάται ουσιαστικά από τις δυο γωνίες φ και ω που μπορούν να μεταβάλλονται ελεύθερα, όπου η γωνία φ προσδιορίζει την μεταβολή του ποσοστού του κέρδους σε σχέση προς την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, ενώ η ω σε σχέση με την υπεραξία. Το ποσοστό του κέρδους γενικά, μπορεί να παίρνει διάφορες τιμές που ορίζονται από τις διαφορετικές τιμές που μπορούν να πάρουν οι γωνίες φ και ω.xiv Από τους κανόνες της τριγωνομετρίας προκύπτουν οι ακόλουθες τρεις σχέσεις.

Μπορούμε στην συνέχεια να ορίσουμε μέσα από ένα διάγραμμα, μια περιοχή μέσα στην οποία κινείται το ποσοστό του κέρδους (Profitrate). Χρειάζεται να τονιστεί ότι αυτό που τo διάγραμμα εξετάζει είναι η μεταβολή του ποσοστού του κέρδους σε συνάρτηση με την αύξηση της οργανικής σύνθεσης (Organische Zusammensetzung) του κεφαλαίου για μεταβαλλόμενες τιμές του ποσοστού της υπεραξίας. Η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου ορίζεται από τον λόγο cosφ / sinφ = cotφ. Γνωρίζουμε επίσης ότι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου δεν μπορεί να είναι αρνητική, αλλά μεταξύ του μηδενός και του απείρου, σίγουρα μεγαλύτερη του μηδενός και σίγουρα μικρότερη από άπειρο. Πάντοτε θα έχουμε μια μηχανή ή εργαλείο και πάντοτε ένα τουλάχιστον εργαζόμενο:

σχήμα 3

Στο επόμενο σχήμα 4 έχουμε το ίδιο διάγραμμα με την διαφορά ότι έχουμε επιπλέον την μεταβολή του ποσοστού του κέρδους κάθε φορά με δυο παραδείγματα με σταθερές τιμές της υπεραξίας και σταθερές τιμές του ποσοστού της υπεραξίας:

σχήμα 4

Στα διαγράμματα αυτά οι κατακόρυφες γραμμές απεικονίζουν το εύρος της διακύμανσης των τιμών του ποσοστού του κέρδους που αντιστοιχεί σε κάθε συγκεκριμένη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Αυτό που βλέπουμε στο σχήμα 4 ειδικά είναι η μεταβολή του στα πλαίσια ενός σταθερού ποσοστού εκμετάλλευσης (συνεχείς γραμμές), και σταθερής υπεραξίας (διακεκομμένες γραμμές), ακολουθώντας μια από τις καμπύλες του διαγράμματος. Στο συνεχείς γραμμές διάγραμμα τιμών του σχήματος 4 απεικονίζεται η πτώση του ποσοστού του κέρδους, όταν, σε συνάρτηση προς την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, η εκμετάλλευση εξακολουθεί να παραμένει σταθερή, και αυτό για δυο τιμές της εκμετάλλευσης. Αντίθετα στις διακεκομμένες γραμμές για μια σταθερή τιμή της υπεραξίας, το ποσοστό του κέρδους αρχικά πέφτει και μετά αυξάνεται βαθμιαία μέχρι μια τιμή που είναι χαρακτηριστική για κάθε επίπεδο της υπεραξίας. Στην περίπτωση της σταθερής υπεραξίας προκύπτει μια τάση επαναφοράς στην αρχική τιμή διότι στην βάση της αύξησης του c και αντίστοιχης μείωσης του v, η γωνία φ τείνει να μηδενιστεί (σχήμα 2):

ενώ στην περίπτωση του σταθερού ποσοστού υπεραξίας για τους ίδιους λόγους έχουμε μηδενισμό του ποσοστού του κέρδους:

Το πρώτο ενδιαφέρον συμπέρασμα αυτής της ιστορίας είναι η διαπίστωση ότι το ποσοστό του κέρδους μπορεί να παρουσιάζει μια οποιαδήποτε ανοδική ή πτωτική τάση και το ότι ο τρόπος αυτής της διακύμανσης εξαρτάται τόσο από τις αρχικές συνθήκες, όσο και τις συνθήκες που προκύπτουν κατόπιν στην διάρκεια της ιστορικής διαδικασίας.

Το δεύτερο σπουδαίο συμπέρασμα είναι ότι αυτό που σίγουρα μειώνεται είναι ο ρυθμός αύξησης ή αντίστοιχα μείωσης του ποσοστού του κέρδους σε σχέση με την ανάπτυξη της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου.

Σαν τρίτο σημείο αυτό είναι ενδιαφέρον να εξεταστεί το θέμα από την οπτική του ορισμού της απόλυτης υπερπαραγωγής – απόλυτης υπερσυσσώρευσης. Ο Μαρξ ορίζει την απόλυτη υπερσυσσώρευση ακόλουθα:

Θα είχαμε μια απόλυτη υπερπαραγωγή κεφαλαίου, μόλις το πρόσθετο κεφάλαιο που θα ήταν απαραίτητο για τον σκοπό της καπιταλιστικής παραγωγής = 0. Ο στόχος της καπιταλιστικής παραγωγής είναι όμως η αξιοποίηση του κεφαλαίου δηλαδή η παραγωγή υπεραξίας, το κέρδος, η ιδιοποίηση της υπερεργασίας. Από την στιγμή λοιπόν που το κεφάλαιο θα αυξανόταν σε μια αναλογία προς τον εργατικό πληθυσμό, τέτοια ώστε ούτε να παρατείνονταν ο απόλυτος χρόνος εργασίας που προσφέρει αυτός ο πληθυσμός, ούτε και να διευρυνόταν ο σχετικός χρόνος υπερεργασίας, (πράγμα που δεν γίνεται σε μια περίπτωση ισχυρής ζήτησης εργασίας επόμενα τάσης για αύξηση των μεροκάματων), επόμενα το αναπτυγμένο κεφάλαιο θα παρήγε την ίδια ή και λιγότερη υπεραξία – μιλάμε εδώ για απόλυτη μάζα, όχι για ποσοστό του κέρδους – απ’ ότι το κεφάλαιο πριν την αύξησή του, εκεί θα συνέβαινε μια απόλυτη υπερπαραγωγή κεφαλαίου. Δηλαδή το αρχικό κεφάλαιο C[,]xv + ΔCθα παρήγαγε μόνο Ρ (εάν αυτό είναι το σύνολο του κέρδους που παρήγαγε το C) ή ακόμα και Ρ – χ . Και στις δύο περιπτώσεις θα είχαμε μια ισχυρή και απότομη πτώση του γενικού ποσοστού του κέρδους αυτή την φορά εξαιτίας μιας μεταβολής της σύνθεσης του κεφαλαίου, που δεν θα οφειλόταν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά σε μια αύξηση της χρηματικής αξίας του μεταβλητού κεφαλαίου και την αντίστοιχη μείωση στην σχέση της υπερεργασία με την εργασία που εξαντικειμενοποιήθηκε στο μεταβλητό κεφάλαιο. xvi

Αυτό που έχουμε λοιπόν στις ιδιαίτερες περιπτώσεις του σχήματος 4 είναι ότι σταθερές συνθήκες υπεραξίας ή ποσοστού της υπεραξίας (περίπτωση που δεν αυξάνεται ούτε ο απόλυτος ούτε ο σχετικός χρόνος εργασίας, ή αυξάνονται ανάλογα προς την πληθυσμιακή εξέλιξη) που οδηγούν σε μια σταθερότητα του ποσοστού του κέρδους, ανεξάρτητα από την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Η σταθεροποίηση του ποσοστού του κέρδους σε ένα σημείο χαμηλό ή υψηλό όπου τα παραπέρα τεχνικής φύσεως μέτρα δεν μπορούν να επιφέρουν αλλαγές σε οποιαδήποτε κατεύθυνση (το επιπλέον κεφάλαιο που είναι απαραίτητο για την καπιταλιστική αξιοποίηση είναι ίσον με το μηδέν – το κεφάλαιο υπερσυσωρεύεται) συνιστά κρίση! Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής δεν μπορεί να υπάρξουν καταστάσεις ισορροπίας, παρά μόνο προσωρινά. Αυτό που δείχνει η οριζοντιοποίηση της καμπύλης του σχήματος 4 είναι η κατάσταση της κρίσης.

Το παρακάτω σχήμα 5 του StephanKrügerγια την πορεία του ποσοστού του κέρδους στην Γερμανία τα τελευταία χρόνια (η γκρίζα γραμμή είναι δική μου Γ.Μ.) θα μπορούσε να ανταποκριθεί στο σχήμα των θεωρητικών καμπυλών του σχήματος 4. Εδώ όμως έχουμε να παρατηρήσουμε μια κατάσταση ανάμεσα σε μια καμπύλη που καταλήγει σε σταθερότητα σε ένα ψηλότερο επίπεδο από εκείνο του υποδείγματος σταθερής υπεραξίας και κατώτερο από εκείνο της σταθερής εκμετάλλευσης που ανταποκρίνεται όμως από μια στιγμή και ύστερα σε μια κατάσταση σταθερότητας. xvii

σχήμα 5 xviii

Οι μη κανονικότητες της καμπύλης αυτής σε σχέση με το σχήμα 4 οφείλονται από την μια στις κρίσεις που ακολουθούνται από την βραχυπρόθεσμη πτώση του ποσοστού του κέρδους. και από την άλλη από εξωτερικά φαινόμενα της ταξικής πάλης που μπορεί να επηρεάζουν επίσης μέσω της μεταβολής της υπεραξίας την πορεία του ποσοστού αυτού και που αναφέρθηκαν παραπάνω σαν στοιχεία εντροπίας του συστήματος. Ένα άλλο εμφανές στοιχείο παραμόρφωσης του σχήματος 5 σε σχέση προς το σχήμα 4 είναι η οριζόντια παραμόρφωσή του που έχει να κάνει όμως με την διαφοροποιημένη διάρκεια την μεταβολής της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου σε σχέση με την κανονικότητα της μεταβολής του σχήματος 4. Τέλος, η μακρόχρονη ισορροπία σε ένα επίπεδο σημαίνει μια σταθερή κατάσταση κρίσης για το υπόδειγμα της Γερμανίας από το 1985. Το επίπεδο ισορροπίας ανάμεσα σε σταθερότητα υπεραξίας και σταθερότητα εκμετάλλευσης σημαίνει στην ουσία μια κατάσταση ισορροπίας της γερμανικής οικονομίας σε επίπεδο εκμετάλλευσης κατώτερο από εκείνο της δεκαετίας του 1980 που οφείλεται στις επιπτώσεις της προσάρτησης της Ανατολικής Γερμανίας το 1989. Τέλος η πλήρης ανάπτυξη της καμπύλης σε ένα τόσο περιορισμένο χρονικό διάστημα οφείλεται στο ότι μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η χώρα ξεκινάει στην ουσία χωρίς πρακτικά υφιστάμενο πλέον σταθερό κεφάλαιο από μια οργανική σύνθεση πολύ χαμηλότερη της μονάδας.

σχήμα 6

Στο σχήμα 6 xix έχουμε το αντίστοιχο διάγραμμα για δυο άλλες χώρες όπου η καμπύλη δεν παρουσιάζει την έντονη ομοιότητα με το σχήμα 4. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος δεν δημιούργησε καταστροφές στις ΗΠΑ σε βαθμό που η χώρα να ξεκινάει από το μηδέν, ενώ η Μ. Βρετανία το 1960 έχει ήδη συνέλθει. Η πετρελαϊκές κρίσεις (1,2) χτυπούν και τις δυο οικονομίες, αντίθετα η κρίση των αμερικανικών ταμιευτηρίων (3) αφήνει ανέπαφη την Μ. Βρετανία, ενώ αυτή της γερμανικής βιομηχανίας ή της λατινικής Αμερικής (4,6) μάλλον βοηθάει τις δυο αυτές χώρες. Αυτό δεν ισχύει για την ιαπωνική οικοδομική κρίση (5) στον βαθμό που σημαντικά κεφάλαια και των δυο χωρών ήταν επενδυμένα στον αντίστοιχο κλάδο. Οι επόμενες κρίσεις (ασιατική, .com, subprime) είναι αυτονόητο ότι αφορούν άμεσα τις δυο αυτές χώρες.

Τα σχήματα, τόσο το θεωρητικό όσο και τα στατιστικά, παρουσιάζουν σαν κοινό στοιχείο την όλο και μικρότερη διακύμανση του ποσοστού του κέρδους, από κάποιο σημείο ανάπτυξης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και πέρα, σε κάποιο χαμηλότερο ή υψηλότερο επίπεδο. Η κατάσταση ισορροπίας είναι κατάσταση άγνωστη στην οικονομία . Το σημείο καμπής του ποσοστού του κέρδους είναι το χρονικό σημείο της εισόδου σε κατάσταση κρίσης. Τα μαρξιστικά σχήματα πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους είναι δέσμια εμπειρικών μικροοικονομικών υποδειγμάτων. Εκεί μια πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους υφίσταται σαν πιθανότητα, και μπορεί να οδηγήσει μια επιχείρηση στην διαφυγή κεφαλαίων και στην χρεοκοπία. Η απόσυρση από την παραγωγή και επόμενα από την αγορά μιας τέτοιας επιχείρησης καθώς και η είσοδος νέων τομέων εμπορευμάτων στην αγορά δημιουργούν τις προϋποθέσεις για υψηλότερα ποσοστά κέρδους, χάρη σε ευνοϊκότερες για το κεφάλαιο εργασιακές σχέσεις και την αρχική αδράνεια του ανταγωνισμού, που απέχει αρχικά πολύ από το να ρίξει τις τιμές σε επίπεδο τέτοιο που να εξασφαλίζει απλώς το μέσο ποσοστό κέρδους. Ο στόχος του εκσυγχρονισμού της παραγωγής εξοικονομεί κεφαλαίου και αυξάνει της σχετική υπεραξία. Αλλά και σε αυτό το επίπεδο, η εισαγωγή μιας νέας τεχνολογίας ή τεχνικής είναι πιθανόν να είναι ατυχής σαν έμπνευση ή να μην λειτουργήσει άμεσα εξαιτίας ελλιπούς εξοικείωσης με την υπόλοιπη παραγωγή ή την εργατική αντίσταση ενεργητική και παθητική. Η δυσπροσαρμοστικότητα στις νέες συνθήκες όσο και η επιμονή σε παλαιότερους τρόπους παραγωγής δυσκολεύουν την ενσωμάτωση των επί μέρους κεφαλαίων. Αντίθετα στο σύνολό της οικονομίας, μια κρίση έχει πιθανά σαν επακόλουθο μια πτώση του γενικού ποσοστού του κέρδους, αλλά απ΄ ότι δείχνει το στατιστικό διάγραμμα αυτή δεν υπήρξε ποτέ τρομακτική. Αυτά τα ποσοστά διακύμανσης είναι τόσο μικρά γιατί το κόστος των κρίσεων, όσο και μεγάλο και αν είναι, είναι περιορισμένο σε σχέση προς το σύνολο της οικονομίας. Οι μέχρι τώρα συστημικές κρίσεις δεν υπήρξαν, απ’ ό,τι φαίνεται, αρκετά συγκλονιστικές για το σύστημα. Η διολίσθηση των επιπτώσεων προς την εργατική τάξη και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, με το ιδεολόγημα ότι η κρίση κτυπάει όλους και όλες, καθώς και η επιλεκτική εισαγωγή μέτρων προστατευτισμού για κομβικά σημεία της οικονομικής διαδικασίας περιορίζουν την επίπτωση στα στατιστικά δεδομένα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνία διέρχεται μια κρίση χωρίς βαριές επιπτώσεις. Η απουσία ενός ριζοσπαστικού επαναστατικού κινήματος στην συγκεκριμένη περίσταση διευκολύνει την αναδιάρθρωση των εργασιακών και κοινωνικών σχέσεων προς όφελος του κεφαλαίου.

Από την κρίση της τουλίπας μέχρι την κρίση των Subprime μέχρι την οριακή στιγμή έχουμε συνεχή διεύρυνση της αγοράς είτε πρόκειται για πραγματικά είτε για πλασματικά (fiktiv) κεφάλαια. Τόσο το 1929, όσο το 1973 και το 2006, όλοι ήταν ευχαριστημένοι, οικονομολόγοι και πολιτικοί για την πορεία ανάκαμψης της οικονομίας. Η διεύθυνση της Volkswagen αλλά και των άλλων μεγάλων επιχειρήσεων όχι μόνο δεν προέβλεπε την κρίση του 2006, αλλά έθεταν σαν στόχο την διατήρηση του ρυθμού αύξησης των κερδών. Η ίδια η κρίση αφήνει πίσω της πολλούς χαμένους αλλά και πολλούς κερδισμένους.


4. Στο δρόμο για το ακριβέστερο

Στο σχήμα 4 θα προστεθεί τώρα μια ακόμη διάσταση, όπου θα συνδυάζονται η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου με την εκμετάλλευση, και στον τρίτο άξονα ο συνδυασμός αυτός θα δίνει την μεταβολή του ποσοστού του κέρδους με ένα πλέον ευδιάκριτο τρόπο. Στο ακόλουθο σχήμα 7 το οποίο κατασκευάστηκε με βάση την σχέση [4] xx, το ποσοστό του κέρδους θεωρήθηκε σαν ένα σημείο που κινείται ελεύθερα μέσα στον χώρο με τους αυτονόητους περιορισμούς ότι δεν μπορεί να υπάρξει αρνητικό σταθερό ή μεταβλητό κεφάλαιο.

 

σχήμα 7

Κρατώντας το υπόδειγμα σε σημερινό επίπεδο δεδομένων, το ποσοστό του κέρδους κινείται από το 0 μέχρι το 150% στην αριστερή παράσταση όπως και σε αντίστοιχα επίπεδα κινούνται η εκμετάλλευση και η οργανική σύνθεση. Στην δεξιά παράσταση έχουμε τιμές που πλησιάζουν περισσότερο τις σημερινές τιμές της ΕΕ. Γενικά, η κίνηση στο τρισδιάστατο διάγραμμα γίνεται σε όλη την επιφάνειά του και κατά κανόνα από αριστερά προς τα δεξιά, καθόσον ο άξονας των xεκφράζει την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου που πάντα αναπτύσσεται, και αυτός των yτην εκμετάλλευση, της οποίας η κατάσταση καθορίζεται από το επίπεδο ανάπτυξης της ταξικής πάλης και των κοινωνικών διεκδικήσεων. Το διάγραμμα του σχήματος 4 αποτελεί την μπροστινή όψη του τρισδιάστατου διαγράμματος 7. Η επιφάνεια που ορίζουν τα σημεία του διαγράμματος, εκφράζει, χωρίς να αξιολογεί, όλες της δυνατότητες κίνησης του ποσοστού του κέρδους όταν οι τρεις βασικοί του συντελεστές μεταβάλλονται ελεύθερα. Η κίνηση έξω από αυτήν την επιφάνεια είναι αρχικά αδύνατη, ακριβώς επειδή οι συντελεστές δεν είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους. Αυτό διαπιστώνεται καλύτερα όταν έχουμε μεταβολή του τρόπου παραγωγής. Το ακόλουθο σχήμα 8 παρουσιάζει μια κατάσταση αντίστοιχη με την μετάβαση σε μια κατάσταση ισορροπίας στο σχήμα 5 της εξέλιξης του ποσοστού του κέρδους της γερμανικής οικονομίας

Η κίνηση του κεφαλαίου γίνεται με τρόπο που να βρίσκεται πάντα πάνω στην επιφάνεια των παρόμοιων σχημάτων 7 και 8.

Η αλλαγή φάσης του σχήματος 2 στο παραπάνω σχήμα εμφανίζεται σαν μια μετακίνηση όπως δείχνει το βέλος του σχήματος 8. Το σχήμα αυτό δεν μπορεί να αναχθεί στις δυο διαστάσεις χωρίς την απώλεια πληροφοριών, με άλλα λόγια δεν μπορούμε γνωρίζοντας απλά την μορφή της συγκρότησης της οικονομίας, να γνωρίζουμε και την κατεύθυνση της κίνησής της. Το μόνο δεδομένο είναι η κίνηση πάνω σε μια γνωστή επιφάνεια. Η αλλαγή θέσης πάνω σε αυτή την επιφάνεια των δυνατοτήτων μεταβολής του ποσοστού του κέρδους είναι μια μετακίνηση από το ένα σημείο στο άλλο που σε δυο διαδοχικές χρονικές στιγμές περιγράφεται από τις ακόλουθες γενικές συντεταγμένες:

Το pt+1 δεν είναι ανεξάρτητη μεταβλητή αλλά ισούται σε σχέση με το pt

xxi

 

Τα k και l μπορούν να επιλεχθούν σαν επί μέρους εκφράσεις της ταξικής αντιπαράθεσης σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο αντίστοιχα, αφού η υπόθεση της εκμετάλλευσης είναι βασικά θέμα των εργαζομένων, και της οργανικής σύνθεσης πρόβλημα του κεφαλαίου. Κατά συνέπεια πρόκειται για πραγματικούς αριθμούς. Η μετακίνηση από ένα σημείο στο άλλο, έξω από μια θεωρητική καμπύλη του σχήματος 7, ορίζεται από ένα διάνυσμα. Κάθε διάνυσμα, όμως, πέρα από την τιμή, έχει και δυο ακόμα χαρακτηριστικές ιδιότητες, την διεύθυνση και την φορά. που προκειμένου να οριστούν πρέπει να υφίσταται κάποια μεταβολή μέσα στον χρόνο, όπως αυτή του διαγράμματος στο σχήμα 8. και που σαν τοπική μετάθεση, που μας δείχνει προς τα πού κινείται η οικονομία. Η έννοια του διανύσματος είναι κατάλληλη για να εκφράσει την άποψη της τάσης όπου το ποσοστό του κέρδους είναι μεν μια αδιάστατη και ποσότητα, αλλά που προσδιορίζεται σαν μια συνισταμένη δυνάμεων μέσα στην κοινωνία.

Για την παράμετρο του χρόνου επιλέγουμε κανονικά μια τέταρτη διάσταση που δεν μπορεί να εισαχθεί στο τρισδιάστατο σύστημα του σχήματος 8. Κανένας άξονας δεν θα ήταν κατάλληλος για να φιλοξενήσει την διάσταση του χρόνου, στο βαθμό που όλοι οι συντελεστές, ακόμα και αυτός της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου υφίστανται παλινδρομήσεις που εξαρτώνται από την ταξική πάλη μέχρι τους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς.


5. Η συνεχής πρωταρχική συσσώρευση

Η μέχρι τώρα διερεύνηση προτείνει έναν τρόπο για τον ορισμό μιας οικονομικής κρίσης. Με βάση τον ορισμό της μαρξικής κρίσης απόλυτης υπερσυσσώρευσης, ο ορισμός της κρίσης, που ικανοποιείται από το προηγούμενο τρισδιάστατο διάγραμμα του σχήματος 7 σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα διαγράμματα των σχημάτων 5 και 6, προκύπτει σαν μια σταθεροποίηση του μέσου γενικού ποσοστού του κέρδους σε ένα επίπεδο, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό ότι κάτω από την δεδομένο τρόπο παραγωγής αγγίζει τα όριά του με αντίστοιχα φαινόμενα δημιουργίας στοκ κεφαλαίου που παύει να είναι αξιοποιήσιμο σε κάποια ή και σε όλες τις μορφές του. Με αυτό τον τρόπο περνάμε από τον χαρακτηρισμό της απόλυτης υπερσυσσώρευσης σε εκείνον της γενικής υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Η σταθερότητα του ποσοστού του κέρδους μέσα στα όρια αυτής της επιφάνειας, και την θέση της οικονομίας σε κάποιο σημείο της επιφάνειας, είναι το όριο της απρόσκοπτης λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος. Το θεωρητικό σχήμα στα στατιστικά δεδομένα διακόπτεται συνεχώς μετά το ξέσπασμα κάθε κρίσης χωρίς όμως και να καταρρέει το ποσοστό του κέρδους Μια μείωση του ποσοστού του κέρδους από το 6% στο 4,5% που στα διαγράμματα δεν φαίνεται και τόσο σημαντική είναι πάντα μια μείωση κατά 25%! Ακόμα αν παρατηρήσουμε προσεκτικότερα τα σχήματα 5 και 6 έχουμε μια fractal (κλασματική) επανάληψη του σχήματος 4 μέσα σε αυτά ανάμεσα σε κάθε κρίση.

Στο παράρτημα στο τέλος του κειμένου αποδεικνύεται ότι θεωρητικά το κατώτατο σημείο του ποσοστού του κέρδους ανταποκρίνεται σε μια οργανική σύνθεση:
c/v=1

Στα στατιστικά σχήματα βέβαια δεν μπορεί να ισχύει ακριβώς αυτό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κατά την αναδιάρθρωση των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων και τρόπων της παραγωγής γενικότερα, δεν υπάρχει κάποιος άλλος στόχος, χωρίς και να είναι πάντα εφικτός, πέρα από αυτόν της αύξησης ή έστω της σταθερότητας των κερδών. Η δυναμική του καπιταλιστικού συστήματος είναι ιδιόμορφη. Προκειμένου να αυξήσει το ποσοστό του κέρδους και τα κέρδη του γενικότερα, αποαξιοποιεί το κεφάλαιο εκείνο που είναι σε θέση να παράγει νέες αξίες, πράγμα που λειτουργεί τελικά ενάντια στην δυνατότητα της διευρυμένης αναπαραγωγής του και το υποχρεώνει σε ένα ανταγωνισμό για την κατάκτηση τμημάτων μιας αγοράς που αδυνατεί να καταναλώσει. Ο καπιταλισμός και η επέκταση έχουν μια ουσιαστική σχέση μεταξύ τους. Οι περισσότεροι μαρξιστές διακρίνουν αποκλειστικά την πολιτική διάσταση αυτής της επέκτασης μέσα από το σχήμα του ιμπεριαλισμού. Αυτό που σχεδόν παραβλέπεται, οδηγώντας σε παρανοήσεις του φαινομένου, είναι η κοινωνική πλευρά αυτής της επέκτασης. Το κεφάλαιο λειτουργεί συνέχεια μέσα από τον επαναπροσδιορισμό του μέσα και του έξω. Δεν παραμένει κλεισμένο σε κάποια όρια κρατών και πληθυσμών αλλά ξεχειλίζει και η ουσία αυτής της διαδικασίας είναι ότι εσωτερικεύει, γεωγραφικά και κοινωνικά, μέσα στο πλαίσιο των σχέσεών του, περιοχές που βρίσκονται έξω από την δραστηριότητα του συγκεκριμένου κεφαλαίου ή του κεφαλαίου γενικότερα. xxii Η επέκταση, με τον πολλαπλό της χαρακτήρα, συνυπάρχει με την κεφαλαιοκρατική παραγωγή και ακόμα και από αυτή την άποψη δεν σημαίνει ότι μια κρίση θα οδηγήσει το κεφάλαιο στην κατάρρευση. Αντίθετα η κρίση για το κεφάλαιο αποτελεί μια κοινωνική συνθήκη που δεν υποθηκεύει το τέλος του, αλλά την τάση και τον τρόπο λειτουργίας του. Είναι μια ισορροπία κατωφλίων – μεταβάσεων ανάμεσα σε όρια και εμπόδια χωρίς «μέσα» και «έξω».Το ζήτημα στο σημείο αυτό έχει κάπου εξαντληθεί και χρειάζεται να γίνει το απαραίτητο βήμα για την αναγωγή του ερωτήματος σε ένα παραπέρα επίπεδο, εκείνο της κυκλοφορίας.
Στην πράξη η πρωταρχική συσσώρευση είναι μία συνεχής διαδικασία, ουσιαστική για τη συνέχιση της ζωής του καπιταλισμού. Αυτό αληθεύει τουλάχιστον κατά δύο έννοιες: Η τάξη των εργατών-μικροϊδιοκτητών γης, για παράδειγμα, έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ανθεκτική και ακόμα και στον εικοστό πρώτο αιώνα παλεύει για την επιβίωση της.xxiiiΕάν η συσσώρευση εξαρτάται και από τον πολλαπλασιασμό του προλεταριάτου, τότε τα εμπόδια για τη δημιουργία μίας τέτοιας ομοιομορφίας φαίνεται ότι δεν έχουν ακόμα εξαφανιστεί. Η διαδικασία είναι συνεχής, αρκεί να κοιτάξουμε χώρες όπως η Κίνα ή Ινδία, και κατά μίαν άλλη έννοια: Δεν είναι μόνο η ιδιοποίηση της εργασίας που αποτελεί βασικό στοιχείο για την πρωταρχική συσσώρευση, αλλά όλες οι μορφές της ιδιοποίησης. Και αυτές οι μορφές επαναλαμβάνονται και ανασυγκροτούνται διαρκώς: Η αναδιάρθρωση είναι θεμελιώδης για τον καπιταλισμό ως σύστημα. «Το προπατορικό αμάρτημα της απλής ληστείας», όπως το έθεσε η HannaArendt πρέπει «να επαναλαμβάνεται, μην τυχόν και ο κινητήρας της συσσώρευσης ξαφνικά σβήσει». Εξ ου και η περιοδική κίνηση του καπιταλισμού προς τα έξω, σε γεωγραφίες και πολιτείες που μπορεί να λεηλατήσει σχεδόν δίχως αντίσταση. Εξ ου όμως και η κίνηση του προς τα μέσα, βαθιά μέσα στις δομές της κοινωνικότητας, αναζητώντας να κλέψει τους κοινούς πόρους. Πώς αλλιώς, για παράδειγμα, να κατανοήσει κανείς σήμερα το πατεντάρισμα μορφών ζωής; Πώς αλλιώς να βγάλει κανείς νόημα από τους μυριάδες τρόπους με τους οποίους ιδιωτικοποιούνται κοινά αγαθά και πόροι, όπως τα ταμεία των συντάξεων, οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, η δημόσια παροχή στέγης και τα δάση που κάποτε ήταν διαθέσιμα σε όλους;xxiv

Η περίοδος αμέσως μετά την κρίση είναι αυτή της αναδιάρθρωσης των παραγωγικών σχέσεων. Η αύξηση της ανεργίας η καταστροφή τομέων της παραγωγής, κεφαλαίου γενικότερα και ταυτόχρονα η επιλεκτική υποστήριξη ιδρυμάτων και επιχειρήσεων, νευραλγικών για την παραπέρα λειτουργία του συστήματος μέσα από την καταλήστευση των καταθέσεων των εργατών παράλληλα με την εντατικοποίηση της παραγωγής είναι μικρογραφίες μιας επανάληψης της πρωταρχικής συσσώρευσης ή της συνέχισης μιας διαδικασίας άλλοτε σε ήπιο και άλλοτε σε κραυγαλέο τόνο. Η αύξηση ή η διατήρηση του ποσοστού του κέρδους, που ενώ φαίνεται σαν μια απλή τεχνική ρύθμιση σε επίπεδο λογιστηρίου, επιλογή που κάθε επενδυτής μπορεί αυτονόητα να ακολουθήσει, δεν είναι κατά κανένα τρόπο εύκολη στην υλοποίησή της. Η κατάχρηση και η ληστεία δεν έχουν εκλείψει ακόμα από τον καπιταλισμό. Σε επίπεδο των στατιστικών διαγραμμάτων η fractal επανάληψη του γενικού μοντέλου ανάπτυξης του ποσοστού του κέρδους εμπεριέχει και στοιχεία πρωταρχικής συσσώρευσης. Τα στοιχεία θορύβου του συστήματος και οι μετακινήσεις ανάλογες με αυτές του σχήματος 8 μεταθέτουν την θέση της κατώτατης οργανικής σύνθεσης από την μονάδα.


6. Η μη γραμμικότητα

Μέχρι στιγμής. έχουν παρθεί υπ’ όψη μόνο οι τρεις βασικοί συντελεστές της παραγωγής σαν συνάρτηση δυο γωνιών – εκφραστών της εκμετάλλευσης και της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου – που μεταβάλλονται η μια ανεξάρτητα από την άλλη, μέσα σε κάποια ορισμένα πλαίσια, που καθορίζονται από τις οριακές καταστάσεις της κοινωνικής πραγματικότητας. Οι οποιεσδήποτε μεταβολές απεικονίζονται σαν μεταβολή γωνιών ή, στην περίπτωση μιας ταυτόχρονης σύγκρισης δυο διαφορετικών κλάδων, σαν μια διαφορά φάσεων, μια ανισότητα μέσα στο ίδιο το σύστημα. Οι μεταβολές στην εκμετάλλευση είναι μια συνθετότερη διαφορά φάσης σε δύο διαστάσεις: Η μια διάσταση έχει σχέση με την ταυτόχρονη αλλά διαφοροποιημένη μεταβολή των γωνιών ω και φ και η άλλη των ίδιων γωνιών σε διαφορετικούς χρόνους. Η ουσιαστικά ανεξάρτητη μεταβλητή είναι αυτή η δεύτερη, η μεταβολή του ποσοστού της υπεραξίας και μάλιστα της υπεραξίας που δεν ακολουθεί αναγκαστικά τις μεταβολές του κεφαλαίου, που παρακάτω θα θεωρηθεί σαν το στοιχείο εντροπίας του.

Η ανάπτυξη της τεχνολογίας για την εξοικονόμηση σταθερού κεφαλαίου είναι παράγοντας προβλέψιμος και μετρήσιμος, στο βαθμό που προέρχεται από την πλευρά της τάξης των κεφαλαιοκρατών, μέσα από την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής για την βελτίωση της διαδικασίας της παραγωγής. Συνολικά, τα αποτελέσματα της προσπάθειας για την ανάπτυξη της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου δεν είναι δύσκολο να αξιολογηθούν. Το φαινόμενο της συγχώνευσης μεγάλων εταιρειών, ή η εξαγορά μικρότερων μέσα από το χρηματιστήριο, δεν είναι μόνο μια μορφή με την οποία εκφράζεται ο ενδοκαπιταλιστικός ανταγωνισμός, αλλά και κάτι που έχει ταυτόχρονα και το πρακτικό αποτέλεσμα της διατήρησης ή και της αύξησης της τιμής των εμπορευμάτων. Σημαίνει εξοικονόμηση εργασίας – μεταβλητού κεφαλαίου – ακόμα και στο επίπεδο των ακριβοπληρωμένων διευθυντικών στελεχών. Η συγχώνευση και η εξαγορά σε συνδυασμό με το just in time, δημιουργούν αδιάθετο μη αξιοποιήσιμο κεφάλαιο. Οι βελτιωμένες μηχανές, οι εξορθολογισμένες διαδικασίες παραγωγής, οι καλύτερες πρώτες ύλες, αποβλέπουν επίσης στην βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας. όλα αυτά είναι προκαταβολικά μετρήσιμα.

Αντίθετα, η υπεραξία δεν έχει κανένα απολύτως νόημα για το κεφάλαιο. Στο βαθμό που αυτό ταυτίζει αξία και τιμή, η εργατική δύναμη πληρώνεται σαν εμπόρευμα, και μάλιστα σε τιμή διαπραγματεύσιμη με τους όρους της αγοράς. Αυτή η σχέση έχει σαν πλαίσιο αναφοράς την νομοθετική δέσμευση των εθνικών και τοπικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας και των συμφωνιών με το προσωπικό της επιχείρησης, και αντανακλάται σε επέκταση και στις ευρύτερες κοινωνικές σχέσεις. Η πάγια και συνειδητή τακτική συμπίεσης των μισθών, του κόστους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης είναι η μόνη συνειδητή του κίνηση σε αυτή την περιοχή. Αυτό που για τον εργαζόμενο σαν εκμετάλλευση, για τον επιχειρηματία σημαίνει ανάπτυξη της επιχείρησης μέσα από την μείωση του κόστους παραγωγής, γιατί ο εργαζόμενος θεωρείται από την σκοπιά του καπιταλιστή σαν συντελεστής κόστους και όχι σαν παραγωγός του κέρδους του. Η υπεραξία, σαν ένα άθροισμα απόλυτης και σχετικής υπεραξίας, με επί μέρους συντελεστές είναι η σχετικά ανεξάρτητη συνιστώσα του συστήματος. Όλοι οι χειρισμοί που σχετίζονται με την σχέση απόλυτης και σχετικής υπεραξίας, και που είναι παρόντες σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς ανοδικών και πτωτικών τάσεων μέσα στον ίδιο κλάδο ή στην ίδια εθνική οικονομία, είναι εκφράσεις της ταξικής πάλης της οποίας η έκβαση δεν είναι πάντοτε προβλέψιμη. Όλες οι συνιστώσες της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων στοχεύουν στο να ελέγξουν αυτό το υπόδειγμα, σε κοινωνικό δηλαδή οικονομικό πολιτικό αλλά και ιδεολογικό επίπεδο: Από την κατάργηση κάθε εγγύησης για την μονιμότητα των εργασιακών σχέσεων μέχρι το ευχάριστο εργασιακό τμήμα και την δημιουργία μιας εφεδρικής βιομηχανικής στρατιάς μέσα από τη υπολογισμένη μετανάστευση ή την συστηματοποίηση σκληρής και μαλακής καταστολής.

Το γεγονός ότι όλοι οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν το ποσοστό του κέρδους είναι αμοιβαία εξαρτημένοι, δυσκολεύει την διατύπωση εξωτερικών παραμέτρων προς το σύστημα αυτό που να είναι μη στατιστικά προσδιορίσιμες και ως εκ τούτου σταθμητές. Όλες οι επί μέρους ποιοτικές μεταβλητές, όπως για παράδειγμα μια απεργία, γενικά οι αστάθμητοι ιστορικά και στατιστικά παράγοντες, σαν δεδομένα είναι καθοριστικά μιας αποσταθεροποιητικής τάσης του συστήματος, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μπορούν να αναχθούν στην εκμετάλλευση ή την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου σχετίζονται με την ανεξέλεγκτη συμπεριφορά της τάξης των εργαζομένων, του μόνου μη υπολογίσιμου συντελεστή.

Η εντροπία του συστήματος προκύπτει επόμενα από την εκμετάλλευση και ειδικότερα την υπεραξία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει πρώτα να επισημανθεί ότι σαν κοινωνική εντροπία αντιλαμβανόμαστε την αδιάθετη ενέργεια του κεφαλαιοκρατικού οικονομικού, συστήματος, δηλαδή κύρια την πλεονάζουσα εργατική δύναμη, όσο και το αδιάθετο κεφάλαιο. Αποτελεί πάντοτε ένα ερώτημα μέχρι που είναι δυνατόν να εξακολουθεί να λειτουργεί ένα οικονομικό σύστημα με αύξουσα εντροπία, εάν δεν επεκτείνεται συνέχεια ώστε να διαθέτει κάπως αλλιώς αυτή την ενέργεια. Εάν πρόκειται σε τελική ανάλυση, για τα αδιάθετα κεφάλαια ή εμπορεύματα, ή την αδιάθετη εργασία, δεν έχει τόση σημασία, γιατί είναι οι διαφορετικές εκφράσεις του ίδιου νομίσματος. Το φαινόμενο που παρατηρούμε είναι ότι κάθε κλάδος, σύστημα η οικονομία τείνουν σε μια αυξανόμενη αταξία. Δεν πρέπει να λησμονούμε με κανένα τρόπο βέβαια ότι το 2ο θερμοδυναμικό αξίωμα, σαν αξίωμα, είναι ακόμα αποδεικτέο. Ιστορικά τουλάχιστον, η συνεχής αύξηση της εντροπίας του καπιταλισμού, δεν κατέληξε πάντοτε σε κρίσεις. Πάντως αυτό που σίγουρα έκανε, ήταν ότι οδήγησε σε αναδιάρθρωση και όχι σε κατάρρευση, διοχετεύοντας τα πλεονάσματα ενεργείας σε διαδικασίες καταστροφής σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου. Η υπόθεση ότι η εντροπία ενός συστήματος αυξάνει, μπορεί κάπου, να σηματοδοτεί την αδυναμία των ανθρώπων να εντάξουν στα ορθολογικά ερμηνευτικά τους σχήματα, τόσο την κίνηση της κοινωνίας όσο και αυτήν της φύσης. Ίσως για αυτό η παραπέρα μελέτη πρέπει να κατευθυνθεί προς τα δυναμικά χαοτικά συστήματα, και όχι την εντροπία. Αυτή η κοινωνική εντροπία, όπως και κάθε άλλη, έχει δυο μορφές, μια επεκτεινόμενη (extensive), και αυτή πρόκειται για τα αδιάθετα εμπορεύματα που καταλήγουν μετά τις αποθήκες στα σκουπίδια και τις χωματερές σαν μη πραγματοποιημένη αξία και υπεραξία, και μια εντεινόμενη (intensive) που συνίσταται στην σύνθεση της δυσαρέσκειας των εργαζομένων με την ευρεία έννοια του όρου, σε τάξη που παλεύει για τα συμφέροντά της.

Η δυναμική αυτή συμπεριφορά υπάρχει στην περίπτωση που αναφερόμαστε στην υπεραξία, δηλαδή κάτι που εξαρτάται αριθμητικά από τις διακυμάνσεις της αξίας του χρήματος και διέπεται από την δυσκολία του καθορισμού της τιμής του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας. Αυτοί οι δυο παράγοντες μας οδηγούν με άλλα λόγια σε αναίρεση της γραμμικότητας του συστήματος, καθόσον δεν είναι φανερή η διάκριση ανάμεσα στις σταθερές και τις μεταβλητές του. Ένας τρόπος για να αποφύγουμε το πρόβλημα της εισαγωγής μιας χαοτικής παραμέτρου, είναι η παραμονή στην έννοια της εκμετάλλευσης – παραγωγικότητας. Στην σχέση m / v οι χαοτικές συνιστώσες συνυπάρχουν με τον ίδιο τρόπο σε αριθμητή και παρονομαστή, αφού ο πρώτος είναι μέρος του δεύτερου.

Η μέχρι εδώ πορεία της εργασίας ασχολήθηκε με τον τομέα της παραγωγής όσον αφορά την συμπεριφορά του ποσοστού του κέρδους. Αυτό που λείπει στο σχήμα 7 είναι δυο ακόμα συνιστώσες – διαστάσεις: Η μια είναι εκείνη της χρηματικής υπόστασης του ποσοστού του κέρδους που μας δείχνει κάποιες διεξόδους στο πρόβλημα του μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές και αντίστροφα, και η άλλη του πραγματοποιημένου ποσοστού του κέρδους που είναι το πρόβλημα της κυκλοφορίας. Αλλά αυτά στα επόμενα.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το θέμα παραρτήματος είναι τα κρίσιμα σημεία, τα σημεία καμπής και τα ακρότατα όρια της έκφρασης της παραγωγής σαν φάσης του τύπου [4]:

Στα πλαίσια αυτά έχουμε τον περιορισμό ότι για τις δυο γωνίες φ, και ω ισχύουν τα ακόλουθα:

γιατί η γωνία φ χρησιμοποιείται για να εκφράζει τις πάντα θετικές ποσότητες της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, και η γωνία ω για την υπεραξία που μπορεί το πολύ να καταργηθεί, που σαν εφαπτομένη σημαίνει ότι τείνει να γίνεται ίση με το μείον ένα. Τα οριακά σημεία δίδονται από τις δυο μερικές παραγώγους ως προς τις δυο γωνίες της έκφρασης. Η αρνητική υπεραξία θα έχει έννοια όταν μιλήσουμε σε επόμενη φάση για την μεταβολή της, όπου συνιστά την ακραία περίπτωση όπου καταργείται ή την πλέον συνηθισμένη που μειώνεται.

Τα σημεία καμπής είναι τα σημεία μηδενισμού της πρώτης παραγώγου δηλαδή τα σημεία που μηδενίζεται ο αριθμητής των δυό παραπάνω σχέσεων, είναι εκεί που:

Αυτά τα σημεία καμπής φαίνονται οπτικά στα διαγράμματα των σχημάτων 3 και 7. Μέσα από την εφαπτομένη που ισούται με την μονάδα, ξέρουμε ότι όταν φτάσουμε σε μια οργανική σύνθεση του κεφαλαίου ίση με την μονάδα τότε αντιστρέφεται η τάση από πτωτική σε ανοδική, στον βαθμό που διατηρείται σχετικά η κοινωνική και οικονομική σταθερότητα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βιβλία

 

Gleick James, 1990. Χάος μια νέα Επιστήμη, μτφ. Μ. Κωσταντινίδη, Κάτοπτρο, Αθήνα.

HawkingStephen, 2004. Die Illustrierte Kurze Geschichte der Zeit,μτφ.H. Kober. Rowohlt Taschenbuch Verlag, Hamburg 2ηέκδοση.

Heinrich Michael 1999. Die Wissenschaft vom Wert, Westfälisches Dampfboot, Münster, 2η έκδοση.

Krüger Stephan, 2007. Konjunkturzyklus und Überakkumulation, VSA Verlag, Hamburg.

Marx Karl, 1989. Das Kapital, τόμος 1ος, Dietz Verlag, Berlin. 33η έκδοση.

Marx Karl, 1988. Das Kapita,l τόμος 2ος, Dietz Verlag, Berlin, 28η έκδοση.

Marx Karl, 1992. MEGA II 4.2, Ökonomische Manuskripte 1863 -1867, Dietz Verlag, IIfSA Berlin

Marx Karl, Friedrich Engels, 2003. MEGA, II 14, Manuskripte und Redaktionelle Texte zum Dritten Buch des „Kapitals“ 1871 bis 1895, Dietz Verlag, IIfSA Berlin.

Μηλιός Γιάννης, Δημούλης Δημήτρης Οικονομάκης Γιώργος, 2005. Η Θεωρία του Μαρξ για τον Καπιταλισμό, Νήσος, Αθήνα.

Negri Antonio Hardt Michael, 2001. Empire, Harvard University Press, Cambridge Massachusetts, London England.

ΟμάδαRetort, (BoalIain, ClarkT.J., MatthewsJoseph, WattsMichael), 2008. Καταπονημένες δυνάμεις, κεφάλαιο και Θέαμα στην νέα Εποχή του Πολέμου, Εκδόσεις των Ξένων, Θεσσαλονίκη.

Strogatz Steven,2000. NonlinearDynamicsandChaos,Westview Press, Cambridge MA.

Ιστοσελίδες

http://www.eurobanksec.gr/online/trader/

http://ec.europa.eu/economy_finance/ameco/user

http://www.profitrateanalyse.de, Mattfeld Harald, Tendenzieller Fall der Profitrate? Zur makroökonomischen Rentabilitätsentwicklung in der Bundesrepublik Deutschland, PRAGDiscussion paperno 2

http://www.profitrateanalyse.de, Mattfeld Harald, Zur Methode der Profitratebestimmung .Anmerkung zur Empirie der Säkularen Entwicklung der Kapitalrentabilität, PRAG Discussion paper no 1, σ. 10

Υποσημειώσεις

http://www.eurobanksec.gr/online/trader/dictionary.aspx?theLetter=K&mid=958

ii Ένα τέτοιο παράδειγμα δυσκολίας παρακολούθησης συνιστούν στον 2ο τόμο του «Κεφαλαίου» στο 20ο κεφάλαιο τα σχήματα αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Για περισσότερα: Das Kapital τόμος 2ος, σ. 391 κ.ε.

iii MEGA, II 14 σ. 359.

iv Για παράδειγμα η σχέση , πίεσης, όγκου και θερμοκρασίας στην συμπεριφορά των αερίων σωμάτων, γνωστή σαν νόμος των Boyle – Marriote θεωρείται σταθερή και αποδεικνύεται με πειραματική επαλληλία, όπου πάντα ένας συντελεστής θεωρείται σταθερός.

v Στο Μηλιός, Η Θεωρία του Μαρξ για τον Καπιταλισμό, σ. 219 κ.ε.

vi Ο τύπος αυτός χρησιμοποιείται από τον Μαρξ στον τρίτο τόμο του κεφαλαίου MEGA II 4.2 σ. 11 κ.ε.

vii Ο τύπος αυτός είναι αντιφατικός όπως αναφέρει ο Michael Heinrich στο Wissenschaft vom Wert σ. 267 κ.ε. Είναι αντιφατικός γιατί επιχειρεί να προσδιορίσει, ξεκινώντας από αξιακά μεγέθη, το ποσοστό του κέρδους και το κόστος παραγωγής των ξεχωριστών εμπορευμάτων. Τα ποσοστά του κέρδους μετρημένα σε αξίες ή σε τιμές είναι διαφορετικά, 1. σε βαθμό που δεν πραγματοποιείται κατά κανόνα το σύνολο της υπεραξίας στην αγορά, άρα και το σύνολο των κερδών δεν ταυτίζεται με το σύνολο της υπεραξίας και 2. ακόμα και σε αυτή την εξαιρετική περίπτωση η σχέση ζωντανής και νεκρής εργασίας δεν είναι συγκρίσιμη.

viii Από εδώ και πέρα θα χρησιμοποιούνται τα παρακάτω σύμβολα με τις ακόλουθες αντίστοιχες σημασίες:

C = συνολικό κεφάλαιο W = εμπόρευμα P = τιμή G = κέρδος

c = σταθερό κεφάλαιο v = μεταβλητό κεφάλαιο p΄ = ποσοστό του κέρδους m = υπεραξία

a΄ = εκμετάλλευση n = αριθμός των εργατών Δ = μεταβολή

Για παράδειγμα Δm σημαίνει μεταβολή της υπεραξίας.

ix Das Kapital, τ. 1ος σ. 230 και σ.σ. 232 και 626 αντίστοιχα.

x Για παράδειγμα, σαν στατιστικό δεδομένο, δεν είναι μια γραμμική σχέση. Πίσω από αυτήν κρύβεται η σχέση [1] για δυο διαδοχικές στιγμές ή τρόπους παραγωγής:

Η μη γραμμική συσχέτιση αυτών των δυο στιγμών συνίσταται στο ότι τα Δt και Δm δεν μπορούν να ξεχωριστούν από την σχέση σαν συντελεστής α όπως στην σχέση [3]. Η αριθμητική έκφραση της υποσημείωσης, σε σχέση με την συμβολική, το μόνο που μας δείχνει είναι τον ιδεολογικό χαρακτήρα του κέρδους σε σχέση με την υπεραξία!

xi Γραμμικά συστήματα εξισώσεων είναι εκείνα όπου στο δεξιό μέρος εμφανίζεται μόνο η πρώτη δύναμη, για παράδειγμα η εξίσωση είναι μη γραμμική ενώ η είναι γραμμική. Το σημαίνει την μεταβολή του χ σε σχέση με τον χρόνο και το r είναι μια σταθερά. Η μη γραμμικότητα στην περίπτωσή μας σημαίνει ότι η διαδικασία του ποσοστού του κέρδους, έχει ένα τρόπο να μεταβάλει τους κανόνες του παιχνιδιού Δεν μπορούμε να αποδώσουμε με μια σταθερή έκφραση την υπεραξία γιατί αυτή εξαρτάται από την εργατική δύναμη. Η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης με την σειρά της εξαρτάται από την υπεραξία. Μια σχέση όπου κάθε επόμενη στιγμή εμπεριέχει όχι απλά στοιχεία της προηγούμενης αλλά και τα αναπροσαρμόζει σε σχέση με αυτά τα ίδια είναι μη γραμμική. James Gleick, Χάος μια νέα Επιστήμη, σ. 50 και Steven Strogatz, Nonlinear Dynamics and Chaos σ. 44

xii Stephen Hawking, Kurze Geschichte der Zeit σ. 130 & 131.

xiii Strogatz, σ. 95.

xiv Η tanω δεν είναι ακριβώς η υπεραξία, αλλά προκύπτει σαν λόγος του mt / m0 από το σχήμα 2. Το m0 δεν κάποια αρχική τιμή της υπεραξίας αλλά από το πυθαγόρειο θεώρημα η ρίζα , που σαν ακτίνα του κύκλου θεωρείται ίση με την μονάδα.

xv προσθήκη δική μου για την σαφήνεια του κειμένου.

xvi MEGAII4.2 σ.325 & 326. Στο σημείο αυτό χρειάζεται να διευκρινιστεί ότι ο ορισμός αυτός κινείται στα πλαίσια του τρόπου της επιστημονικής σκέψης του 19ου αιώνα, στην τάση να καθορίζονται απόλυτες έννοιες, καθαρές, πριν επιχειρηθεί η ανάλυση της πραγματικότητας. Αυτό διαφέρει από την άλλη τάση που ασχολείται με επί μέρους περιπτώσεις, που επίσης χρησιμοποιεί ο Μαρξ, γιατί δεν είναι σε θέση να βρει εξ αρχής το όλο. Η ουσιαστική διαφορά των δυο διαδικασιών συνίσταται στο ότι η πρώτη απλοποιεί τις έννοιες απαλλάσσοντας τις από δευτερεύοντα στοιχεία της πολυπλοκότητάς τους, ενώ η δεύτερη μέσα από την λύση επί μέρους προβλημάτων έχει κατορθώσει να αναπτύξει μεθόδους για την επίλυση ή τουλάχιστον την κατανόηση μιας σειράς ερωτημάτων.

xvii Σε ένα άρθρο του Harald Mattfeld, Tendenzieller Fall der Profitrate? Zur makroökonomischen Rentabilitätsentwicklung in der Bundesrepublik Deutschland, PRAG Discussion paper no 2, www.profitrateanalyse.de ο ισχυρισμός και το αντίστοιχο διάγραμμα για ανοδική ακόμα τάση του ποσοστού του κέρδους δεν αποκλίνει από αυτό το ερμηνευτικό σχήμα.

xviii Krüger, (2007) σ.144. Οι διακεκομμένες γραμμές αντιστοιχούν σε διεθνής οικονομικές κρίσεις με την σειρά: 1. 1η πετρελαϊκή 1973, 2. 2η πετρελαϊκή 1979 – 1980, 3. Αμερικάνικα ταμιευτήρια 1981, 4.Κρίση της Γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, 5. Ιαπωνική οικοδομική βιομηχανία 1989, 6. Λατινοαμερικάνικη κρίση 1994 – 1995, 7 ασιατική κρίση 1997 – 1998, 8. κρίση των .com, 9. κρίση των Subprime. Βλέπουμε ότι το ποσοστό του κέρδους πέφτει μετά την κρίση στην περίοδο ανάκαμψης και δεν είναι αυτό που οδηγεί στην κρίση. Παρεμβάλλονται και άλλες ανάμεσά τους όπως αυτή της Σουηδίας 1990, της Ρωσίας 1998, της Αργεντινής 1999 που όμως δεν φαίνεται να επιρρέασαν τόσο άμεσα την γερμανική οικονομία.

xix Harald Mattfeld, Zur Methode der Profitratebestimmung .Anmerkung zur Empirie der #Säkularen Entwicklung der Kapitalrentabilität, PRAG Discussion paper no 1, σ. 10, www.profitrateanalyse.de

xx

xxi Στην ακόλουθη διατύπωση έχουμε την εξίσωση των διαφορών του ποσοστού του κέρδους για δυο διαφορετικές στιγμές με βάση τους δυο συντελεστές που ορίστηκαν παραπάνω και ζητάμε τον τρίτο g σε σχέση με τους δυο άλλους

xxii Negri, σ.σ. 221,222.

xxiii Σχετικά με την απαλλοτρίωση αυτή του αγροτικού πληθυσμού στο Μαρξ, τ. 1ος, σ. 744 κ.ε.

xxiv Ομάδα Retort, σσ. 116,117.

 

Share

Article printed from aformi: http://www.aformi.gr

URL to article: http://www.aformi.gr/2011/08/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b1-%cf%80%ce%bf%cf%85-%cf%84%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b5%ce%b9-%cf%84%ce%bf-%cf%80%ce%bf%cf%83%ce%bf%cf%83%cf%84%cf%8c-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%ad%cf%81%ce%b4%ce%bf/

aformi.gr